Οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ – Ιράν στην Ελβετία καταδεικνύουν ότι οι δύο πλευρές διαθέτουν αρκετή πολιτική βούληση για τον οριστικό τερματισμό των εχθροπραξιών. Παρά τη δεδομένη αντίθεση της ισραηλινής κυβέρνησης, η Ουάσιγκτον φαίνεται να προετοιμάζει το έδαφος για τη μείωση του στρατιωτικού της αποτυπώματος στη Μέση Ανατολή. Η σταδιακή απαγκίστρωση των ΗΠΑ θα δημιουργήσει ένα κενό ισχύος στον Κόλπο, το οποίο ενδέχεται να καλύψει μια διεθνής ή αμιγώς ευρωπαϊκή ναυτική δύναμη, με κύριο σκοπό την προστασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.
Η Ε.Ε. ήδη εξετάζει την επέκταση της αποστολής «Aspides» από την Ερυθρά Θάλασσα προς τα Στενά του Ορμούζ για την εκκαθάριση ναρκών και τη συνοδεία εμπορικών πλοίων. Παράλληλα, Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία έχουν εκφράσει την πρόθεσή τους να ηγηθούν μιας «συμμαχίας προθύμων» που ίσως περιλαμβάνει και μη ευρωπαϊκά κράτη. Σε κάθε περίπτωση, ο πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι η χώρα μας θα είναι παρούσα. Δεν πρέπει, όμως, κανείς να υποτιμάει το επιχειρησιακό ρίσκο. Η συγκεκριμένη επιχείρηση δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη στην Ερυθρά Θάλασσα, όπου η απειλή προερχόταν από την περιορισμένων δυνατοτήτων πολιτοφυλακή των Χούθι.
Το Ιράν έχει στην κατοχή του χιλιάδες νάρκες, ορισμένες εκ των οποίων είναι προηγμένου τύπου EM-52. Αυτή τη στιγμή, είναι άγνωστο πόσες έχουν ποντιστεί από το ιρανικό ναυτικό και σε ποια ακριβώς σημεία. Χωρίς τη συγκατάθεση ή, έστω, την ανοχή της Τεχεράνης, η παρουσία ξένων πολεμικών πλοίων μπορεί να θεωρηθεί εχθρική ενέργεια. Το Πολεμικό Ναυτικό δεν έχει ποτέ συμμετάσχει σε επιχείρηση τόσο μακριά από τον ελλαδικό χώρο, ενώ η ελληνική κοινότητα πληροφοριών δεν δύναται να συλλέξει δικές της πρωτογενείς πληροφορίες για να υποστηρίξει την αποστολή. Η στρατιωτική παρουσία στο Ορμούζ, ωστόσο, εξυπηρετεί άμεσα τα εθνικά συμφέροντα για τρεις λόγους.
Πρώτον, όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα έχει τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο και η προστασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας αποτελεί εθνική στρατηγική προτεραιότητα. Σε μια κρίσιμη συγκυρία, η παρουσία ελληνικών ναυτικών δυνάμεων θα συμβάλει στην ασφάλεια των πληρωμάτων και στη σταθερότητα των ενεργειακών ροών προς την Ευρώπη. Η δε απροθυμία αρκετών ευρωπαϊκών χωρών να συμβάλουν σε αυτήν τη συλλογική προσπάθεια καθιστά τον ρόλο της χώρας μας πιο σημαντικό σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο.
Δεύτερον, η στρατιωτική παρουσία θα ισχυροποιήσει σημαντικά τη θέση της Ελλάδας μέσα στην Ε.Ε. Σε μια περίοδο μεγάλων γεωπολιτικών προκλήσεων, η Αθήνα έχει την ευκαιρία να αποδείξει ότι αποτελεί έναν ενεργό παράγοντα για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Μια τέτοια εξέλιξη είναι βέβαιο ότι θα αναβαθμίσει πολλαπλώς τη διαπραγματευτική ισχύ μας στις συζητήσεις για την ευρωπαϊκή άμυνα. Παράλληλα, το εθνικό κύρος θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο στην Ουάσιγκτον, καθώς θα επιβεβαιωθεί εκ νέου η στρατηγική αξία της Ελλάδας ως περιφερειακού παρόχου ασφάλειας.
Τρίτον, η Ελλάδα θα συνεισφέρει με τον πιο εμφατικό τρόπο στη διαμόρφωση της νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή. Η σχέση μας με τις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου θα αναδειχθεί περαιτέρω, ενδεχομένως με απτά οικονομικά και διπλωματικά ανταλλάγματα. Επιπλέον, το Πολεμικό Ναυτικό θα αποκτήσει πολύτιμη επιχειρησιακή εμπειρία σε πραγματικές συνθήκες, κάτι που αναμφίβολα ενδυναμώνει την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας.
Η Αθήνα, πάντως, χρειάζεται να προετοιμαστεί επαρκώς για τη συγκεκριμένη αποστολή. Απαιτούνται εκπαίδευση πληρωμάτων σε επιχειρήσεις υψηλής έντασης και πλήρη διαλειτουργικότητα με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Επίσης πρέπει να εξασφαλιστεί ευρωπαϊκή ή διεθνής εντολή, ώστε το εγχείρημα να είναι νομικά θωρακισμένο και να μειωθεί ο κίνδυνος κλιμάκωσης. Σε διπλωματικό επίπεδο είναι απαραίτητος ο συντονισμός με τη Σαουδική Αραβία, το Ομάν και τα ΗΑΕ, ενώ όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες, το ΥΠΕΞ θα είναι χρήσιμο να ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με την ιρανική πλευρά. Εξάλλου, Αθήνα και Τεχεράνη συνεχίζουν ευτυχώς να διατηρούν διπλωματικές σχέσεις. Τέλος, η κυβέρνηση οφείλει να ενημερώσει αναλυτικά τη Βουλή σχετικά με την ελληνική συμμετοχή και να επιδιώξει διακομματική συναίνεση.
*Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.

