Δεν ξέρω αν το συνειδητοποιήσαμε όλες και όλοι, αλλά την περασμένη εβδομάδα η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη που έχει υπάρξει ποτέ στον πλανήτη έχασε σε έναν πόλεμο που διεξήγαγε εναντίον μιας άλλης, πολύ μικρότερης. Η συνθηκολόγηση των ΗΠΑ για τον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν μόνο με αυτή τη λέξη μπορεί να περιγραφεί: ήττα. Ο συμβολισμός της υπογραφής της στις Βερσαλίες ήταν εκκωφαντικός για όλους (εκτός από αυτόν που υπέγραφε, ασφαλώς, που δεν γνωρίζει τι είναι οι Βερσαλίες, ή Ιστορία).
Υπάρχει κι άλλος συμβολισμός, τον οποίο καταλαβαίνουμε καλύτερα εμείς, οι Έλληνες: η συνθήκη υποταγής που υπέγραψε ο Τραμπ ήταν ένα μνημόνιο. Μνημόνιο! Οι ΗΠΑ τώρα είναι «σε Μνημόνιο», θα έλεγε κανείς. Καλούνται ακόμα και να πληρώσουν χρήματα. Όχι στους πιστωτές -στους «νικητές».
Κανένας από τους αρχικούς στόχους αυτού του παράνομου, παράλογου πολέμου δεν επετεύχθη για τους επιτιθέμενους. Ασφαλώς, οι στόχοι ήταν εξαρχής ασαφείς. Ο ακατάληπτος Πρόεδρος κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του ή πόσταρε στο Truth Social, απαριθμούσε κι άλλους. Αλλά από αυτούς που αναφέρονταν περισσότερες φορές, επετεύχθησαν ακριβώς μηδέν.
Το αυταρχικό καθεστώς του Ιράν δεν έπεσε. Κι όχι απλά δεν έπεσε, αλλά από κάποιες απόψεις βγαίνει από τον πόλεμο ενδυναμωμένο. Γειτονικοί του σύμμαχοι, όπως η Χεζμπολάχ στο Λίβανο, εξακολουθούν να αλωνίζουν. Κι ο Ιρανικός λαός, που προπολεμικά ήταν στους δρόμους και διαδήλωνε, έμεινε προδομένος, βομβαρδισμένος, φτωχότερος κι ακόμα πιο καταπιεσμένος από πριν.
Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δεν εξαφανίστηκε. Τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου, που αποτελούν τη βάση για την πιθανή κατασκευή μιας βόμβας στο μέλλον, παραμένουν άθικτα, χωμένα κάπου σε κάποια τούνελ. Στο μνημόνιο το Ιράν δεσμεύεται ότι «δεν θα αποκτήσει βόμβα» ποτέ. Αλλά ακριβώς το ίδιο έγραφε και η συμφωνία που είχε υπογραφεί με την κυβέρνηση Ομπάμα το 2015, στην πρώτη πρώτη παράγραφο, με τα ίδια λόγια. Εκείνη τη συμφωνία ο Τραμπ την είχε πετάξει στα σκουπίδια ως «ανεπαρκή» -ή, θα έλεγε κάποιος κακεντρεχής, «την είχε σκίσει με ένα νόμο και ένα άρθρο». Τι έκανε στο τέλος; Υπέγραψε μνημόνιο.
Αυτό που αλλάζει πάντως σε σχέση με την προπολεμική κατάσταση είναι ότι τώρα το θεοκρατικό, αυταρχικό καθεστώς του Ιράν θα πάρει και λεφτά από πάνω. Οι ΗΠΑ υπέγραψαν Μνημόνιο που τις δεσμεύει πρακτικά να δώσουν πολεμικές αποζημιώσεις, έμμεσα αλλά και άμεσα. Τα στενά του Ορμούζ θα ανοίξουν, αλλά τώρα το Ιράν θα μπορεί να ζητά «διόδια» από τα πλοία, κάτι που δεν συνέβαινε πριν. Οι ΗΠΑ συμφώνησαν να άρουν περιορισμούς και κυρώσεις ώστε το καθεστώς να μπορεί να εξάγει πετρέλαιο. Και το πιο κραυγαλέο: οι ΗΠΑ δεσμεύονται να στήσουν ένα fund ύψους $300 δισ. για την ανοικοδόμηση της χώρας. Όπως σχολίασε ο ακραίος Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, «είναι σαν ένα σχέδιο Μάρσαλ που δίνουμε στη Γερμανία, αλλά ενώ ακόμα την κυβερνούν οι Ναζί».
Ασφαλώς, το Ιράν δεν μπορεί να πει κανείς ότι «κέρδισε». Τα πλήγματα στις υποδομές και την οικονομία του είναι σαρωτικά. Είναι σε κάποιο βαθμό μια ρημαγμένη χώρα. Αλλά από όλες τις άλλες απόψεις -και στρατηγικά, ακόμα και γεωπολιτικά- δεν έχασε. Οι ΗΠΑ έχασαν. Δεν πέτυχαν τίποτε. Σπατάλησαν ιλιγγιώδη ποσά (ως και $100 δισ. κόστισε ο πόλεμος) και θυσίασαν 13 ζωές για μην πετύχουν τίποτε. Κατανάλωσαν τόσα πυρομαχικά που θα χρειαστούν χρόνια για να αναπληρώσουν τη δύναμη πυρός τους -και στο μεταξύ είναι λιγότερο ικανές να ξεκινήσουν άλλες πολεμικές επιχειρήσεις, ή να αμυνθούν. Και, φυσικά, η αναταραχή στην αγορά πετρελαίου προκάλεσε ένα σοκ στην παγκόσμια οικονομία και, ασφαλώς, ακρίβεια, εντάσεις και αντιδράσεις και στο εσωτερικό της χώρας. Ήταν μια εξευτελιστική τρίμηνη περιπέτεια. Μια ήττα.
Υπάρχει άλλο ένα πράγμα που αξίζει να έχουμε υπόψιν εμείς γι’ αυτή την αμερικανική ήττα.
Από τη στιγμή που η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, και μπαίναμε σε μια νέα εποχή επιθετικότητας και βίας και αμφισβήτησης -έως και κατάργησης- της έννοιας της «διεθνούς νομιμότητας», όλοι υπέθεταν ότι θα τα βλέπουν αυτά οι Κίνες, οι Τουρκίες και άλλα ανελεύθερα καθεστώτα με επεκτατικές ορέξεις, και θα ενθαρρύνονταν. Θα έβλεπαν τις ΗΠΑ να αποχωρούν από κάθε προσπάθεια στήριξης της αμυνόμενης Ουκρανίας και θα έτριβαν τα χέρια τους. Εδώ άφησαν τον Πούτιν να εισβάλει στην Ευρώπη, σου λέει, εδώ επιτίθενται δικτάτορες όπου γουστάρουν, ποιος θα πει κουβέντα αν η Κίνα επιτεθεί στην Ταϊβάν; Όλα αυτά για χώρες που είναι αμυνόμενες, που είναι με την πλευρά του Διεθνούς Δικαίου, είναι αρκετά ανησυχητικά. Αλλά ταυτόχρονα συνέβαινε και το άλλο. Η κάθε Τουρκία και η κάθε Κίνα, εκτός από την κατάρρευση της διεθνούς νομιμότητας και την επικράτηση του νόμου της ζούγκλας στα γεωπολιτικά πράγματα, άρχισαν να παρατηρούν και κάτι λιγότερο ενθαρρυντικό γι’ αυτές. Οι αμυνόμενοι νικάνε. Υποτίθεται ότι η Ουκρανία θα έπεφτε σε τρεις ημέρες. Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια, και αντέχει. Υποτίθεται ότι ο μεγαλύτερος στρατός που είδε ποτέ η Γη θα μπορούσε να εξοντώσει κάθε αντίπαλο πατώντας τρία κουμπιά -έχασε από το Ιράν.
Το 2010 στον κόσμο μας συνέβαιναν 29 ένοπλες συρράξεις -κι από αυτές, ο αριθμός που διεξάγονταν ανάμεσα σε κράτη ήταν μηδέν. Σήμερα έχουμε οκτώ πολέμους ανάμεσα σε κράτη, και συνολικά 65 ένοπλες συρράξεις. Οι περισσότερες από το τέλος του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου. Μπορεί ο κόσμος να έχει γίνει απρόβλεπτος και πιο επικίνδυνος. Μπορεί αυτό, κράτη όπως το δικό μας, ειρηνικά και δημοκρατικά, που έχουν το δίκιο με το μέρος τους στα διεθνή πράγματα, που δεν διεκδικούν τίποτε από κανέναν και δεν επιτίθενται σε κανέναν, να μην μας συμφέρει. Αλλά βλέποντας αυτά που συμβαίνουν, καταλαβαίνουμε ότι αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι παράφρονες και οι δικτάτορες θα μας φάνε λάχανο. Όπως αποδεικνύεται, οι περισσότεροι από αυτούς είναι «λούζερ». Κι ο μεγαλύτερος λούζερ από όλους, βρίσκεται αυτό τον καιρό στη Ουάσινγκτον και παλεύει με τα χλωροφύκη. Πάλι χάνει.

