Τα τελευταία 24ωρα εύκολα μπορεί κανείς να αντλήσει έμπνευση από την «Κωμωδία των παρεξηγήσεων» του Σαίξπηρ ακούγοντας και διαβάζοντας όσα υποστηρίζουν ο Αλέξης Τσίπρας και οι τομεάρχες του για την ΕΛΑΣ και τον «νέο» πολιτικό χώρο που προσπαθούν να διαμορφώσουν, δίνοντας «ένα άλλο παράδειγμα πολιτικής συμμετοχής και δράσης». «Μια νέα ηθική της πολιτικής, θα την ονόμαζα. Που δεν υποκλίνεται στη γοητεία της εξουσίας», τόνισε ο πρόεδρος του κόμματος, πρωθυπουργός της χώρας το διάστημα 2015-19. Πληθωριστικά τα «νέα» που προαναγγέλλει ο κ. Τσίπρας, επιθυμώντας να χτίσει μια «άλλη σχέση του πολίτη με την πολιτική», αμφισβητώντας το στερεότυπο ότι «όλοι είναι ίδιοι». Σε τηλεοπτική συνέντευξή του δε, δήλωσε ότι «δεν επέστρεψα για να καταγράφω ποσοστά, αλλά για να γίνουμε κυβερνώσα Αριστερά και όχι Αριστερά της διαμαρτυρίας». Και αφού έχει με κάθε τρόπο διακηρύξει ότι ο ιστορικός κύκλος του ΣΥΡΙΖΑ έχει ολοκληρωθεί, παρακολουθεί από απόσταση το σκάφος να βυθίζεται. Σε απάντηση, κάποιοι παλιοί σύντροφοί του παραμένουν στην πλώρη διατρανώνοντας ότι τάσσονται «με την Αριστερά των ρήξεων, με την Αριστερά που κυβερνά για να αλλάξει και όχι να διαχειριστεί». Μέχρι η φωνή να χαθεί και να εμφανιστούν οι μπουρμπουλήθρες.
Σε αυτήν την αναβαπτισμένη εκδοχή του, ο πρόεδρος έχει και σημαντική υποστήριξη από τους τομεάρχες του: «O κ. Τσίπρας είναι κάτι νέο γιατί κάνει μια νέα αρχή έχοντας την εμπειρία του παρελθόντος, τα μαθήματα και παθήματα που απέκτησε ως πρώην πρωθυπουργός μέσα από την κυβερνητική περίοδο». Και διευκρινίζουν ότι φιλοδοξεί «να συγκεράσει ένα μείγμα πολιτικής που θα βασίζεται και στον ριζοσπαστισμό και στον ρεαλισμό». Κάπως έτσι, προβλέπεται, ότι θα συντελεστεί και το θαύμα της Κολυμβήθρας του Σιλωάμ και ο εξαγνισθείς θα ανακτήσει το φως του.
Στο έργο του Σαίξπηρ δύο ζεύγη διδύμων, δύο έμποροι και δύο υπηρέτες, παγιδευμένοι στον μεταφυσικό ιστό της ομοιότητας, εμπλέκονται στη μια πλάνη μετά την άλλη. Βρίσκονται ξαφνικά στην ίδια πόλη χωρίς να το γνωρίζουν. Μέσα σε αυτή την αλλόκοτη συνθήκη εκτυλίσσεται μια ιλιγγιώδης φάρσα, με αλλεπάλληλες παρεξηγήσεις, καθώς τα πρόσωπα διασταυρώνονται.
«Σαν δυο αδέλφια ήρθαμε στον κόσμο τον μεγάλο, και χέρι χέρι φεύγουμε, κανείς μπροστά απ’ τον άλλο», καταλήγει ο Βάρδος (στην έξοχη μετάφραση του Διονύση Καψάλη).

