Η επίσκεψη στην παιδοογκολογική κλινική, που έξι χρόνια πριν έγινε το δεύτερο σπίτι σου, έχει πάντοτε ένα βάρος. Ο τακτικός έλεγχος του παιδιού. Από μηνιαίος έχει πια γίνει εξαμηνιαίος. Οι αιματολογικές της εξετάσεις, οι βιοχημικές – όλα βαίνουν καλώς, τέσσερα χρόνια μετά την ολοκλήρωση του πρωτοκόλλου θεραπείας: «Η νόσος είναι σε ύφεση». Σε κάθε τέτοια επίσκεψη έχεις αυτήν την αίσθηση του τρομακτικά οικείου μα –πλέον– και του ανοίκειου, του μακρινού.
Η διαδικασία παραμένει η ίδια: το ραντεβού με τον παιδοογκολόγο στα εξωτερικά ιατρεία του ΤΑΟ, στο «Ελπίδα» του «Αγία Σοφία» και η αιμοληψία· το πέρασμά σου από το Γραφείο Κίνησης για τη γραφειοκρατία – ένας σύντομος, μοναχικός περίπατος, φορτωμένος όμως με μνήμες. Στο Γραφείο Κίνησης έχει απρόσμενα μεγάλη ουρά. Εχεις πάρει το χαρτάκι με τον αριθμό, αλλά ως «βετεράνος», προκειμένου να παρακάμψεις την ουρά, εκμεταλλεύεσαι το θεσμοθετημένο «προνόμιο» τού να έρχεσαι από το ΤΑΟ: η παιδοογκολογική έχει πάντοτε προτεραιότητα και κανένας από τους άλλους γονείς που βρίσκονται εκεί για κάτι ορθοπεδικό ή μια ίωση δεν διαμαρτύρεται. Σε παρατηρούν σαν ένα σπάνιο, αξιοπερίεργο ον. Αυτό το σιωπηρό «καλύτερα αυτοί, παρά εμείς». Τους κατανοείς απολύτως.
Πίσω, στα εξωτερικά ιατρεία, η εκνευριστική αναμονή μέχρι τα εργαστήρια να βγάλουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων, να δει το παιδί ο γιατρός, να πάρεις τη βαθιά ανάσα ανακούφισης και να οριστεί το επόμενο ραντεβού. Ολη αυτή την ώρα κοιτάζεις τα μέρη όπου βρέθηκες τότε, αγκαλιά με το παιδί. Κλονισμένος. Εξω, στον προαύλιο χώρο, κοιτάζεις το παγκάκι όπου καθόταν και κάπνιζε εκείνη η μαμά που το παιδί της δεν τα κατάφερε…
Κοιτάς το isobox όπου νυχτιάτικα έφερες εσπευσμένα το παιδί σου με πυρετό μετά τη χημειοθεραπεία για να κάνει το τεστ COVID – νέα δεδομένα τότε στο πρωτόκολλο της περίθαλψης, όταν ακόμη δεν υπήρχαν εμβόλια και τα τεστ έκαναν 24 ώρες για να βγουν.
Σήμερα, τώρα, δεν έχεις ουσιαστικά να κάνεις τίποτα, κι όμως, όλο αυτό είναι εξουθενωτικό. Η αναμονή μαζί με τις μνήμες. Κάπου εκεί, το θαύμα: περνάει μία από τις γιατρούς που είχε φροντίσει τη μικρή. Φοράτε όλοι μάσκες κι ωστόσο σας αναγνωρίζει αμέσως. Ζητάει να δει το παιδί. «Ησουν τεσσάρων τότε», λέει τρυφερά στην πρώην ασθενή της, σχεδόν ενδεκάχρονη πια.
Τότε, στις αρχές, η συγκεκριμένη γιατρός σού φαινόταν ψυχρή και αυστηρή. Μία ακόμη παρεξήγηση εκ μέρους σου. Η «ψυχρή και απόμακρη» θυμάται τώρα τα πάντα· ακόμη και την ακριβή ηλικία του παιδιού. Τόσα παιδιά έχουν περάσει –περνούν ακόμη– από τα χέρια της. Πώς είναι δυνατόν; Κι όμως. Συγγνώμη, κυρία Κελαϊδή…
Εξι χρόνια μετά. Δεν θυμόμαστε μονάχα εμείς. Μας θυμούνται και οι γιατροί. Θυμούνται ένα ένα τα παιδιά που φρόντισαν. Τα παιδιά που έσωσαν. Θυμούνται όλα τα παιδιά. Και εκείνα που έχασαν. Ολοι τα θυμόμαστε.

