Η εξωτερική πολιτική κάθε χώρας χαράσσεται με γνώμονα το εθνικό συμφέρον. Την αρχή αυτή ακολούθησε και η Ελλάδα σε σχέση με τις δύο μείζονες παγκόσμιες συγκρούσεις της εποχής μας. Υπάρχει και η αξιακή διάσταση, όπως και οι παραδοσιακοί δεσμοί και σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ ηγετών, ωστόσο στην ουσία τις αποφάσεις μικρών και μεγάλων δεν ορίζουν οι φιλίες αλλά τα συμφέροντα.
Oταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, η Ελλάδα αντέδρασε έντονα και στήριξε έμπρακτα τo Κίεβο. Το έκανε για ευνόητους λόγους που έχουν να κάνουν τόσο με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το ’74 –και μια κατάσταση που όχι απλά συνεχίζεται αλλά επιδεινώνεται τα τελευταία 52 χρόνια στη Μεγαλόνησο– όσο και με το ευαίσθητο σκηνικό της Θράκης. Το παρακάναμε; Ειδικά με τις κάθε είδους διευκολύνσεις και κυρίως την αποστολή οπλισμού; Είναι μια συζήτηση που μπορεί να γίνει νηφάλια, αλλά είναι σαφές ότι οι εθνικές προτεραιότητες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ελληνικής θέσης – και αυτό δεν μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει.
Η κριτική της αντιπολίτευσης για υπερβολική στήριξη και βιασύνη έχει μια βάση, ωστόσο η ελληνική στάση πρέπει να κριθεί και να αποτιμηθεί με δεδομένο το περιβάλλον που υπήρχε τον Φεβρουάριο του ’22 και στα δυόμισι χρόνια που ακολούθησαν, όπου η προσέγγιση της κυβέρνησης Μπάιντεν αλλά και της Ε.Ε. ήταν ιδιαίτερα σκληρή έναντι της Ρωσίας.
Ερχόμενοι στη σημερινή διαφορετική πραγματικότητα, είμαστε μπροστά στο ερώτημα αν μπορεί να αποκατασταθεί η σημαντική σχέση με τη Ρωσία. Ισως όχι στο επίπεδο που ήταν προ του πολέμου, αλλά μπορούν και πρέπει να γίνουν βελτιωτικές κινήσεις.
Ανάλογος προβληματισμός υπάρχει και για την αντιμετώπιση του Ισραήλ. Η στρατηγική σχέση, και μια από τις θετικές περιπτώσεις συνέπειας και συνέχειας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής (Παπανδρέου, Σαμαράς, Τσίπρας, Μητσοτάκης) αποτελεί ένδειξη διακομματικής διορατικότητας και ωριμότητας.
Το παρακάναμε; Ειδικά με τη συνέχιση της ισχυρής στήριξης, όταν από ένα σημείο κι έπειτα οι περισσότερες άλλες χώρες επέκριναν και έπαιρναν αποστάσεις; Και αυτό είναι προς συζήτηση, αλλά η διμερής συνεργασία με το Ισραήλ, όπως και η τριμερής με τη συμμετοχή και της Κύπρου, έχει μια ζωτικής σημασίας περιφερειακή διάσταση που δεν υφίσταται για άλλες χώρες και την οποία δεν μπορεί να αγνοεί ή να υποβαθμίζει κανείς.
Θα ήταν χρήσιμο κάποιοι να μην κρίνουν με απολυτότητα και μονοδιάστατα μείζονες αποφάσεις σε πολύπλοκα ζητήματα, ούτε να παρουσιάζονται ως εκ των υστέρων προφήτες. Οι αναγκαίοι ελιγμοί του Ελληνα πρωθυπουργού στο εντελώς διαφορετικό παγκόσμιο περιβάλλον που διαμορφώθηκε μετά την εκλογή Τραμπ (όχι μόνο στην εξωτερική πολιτική, αλλά και στην ενεργειακή) δεν είναι απλή υπόθεση.
Δεν μπορεί η αντιπολίτευση να μην αναγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα. Τουλάχιστον αυτοί που έχουν κυβερνήσει ή ελπίζουν να το κάνουν στο εγγύς μέλλον, καλό θα ήταν να αποφεύγουν την ισοπεδωτική κριτική εκ του ασφαλούς. Ας βάλουν τον εαυτό τους στη δύσκολη θέση που βρίσκεται ο εκάστοτε πρωθυπουργός, στην προκειμένη περίπτωση ο Κυριάκος Μητσοτάκης, και τότε ίσως αντιδράσουν με την ωριμότητα που επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας οι εξισώσεις είναι εξαιρετικά σύνθετες. Επιβάλλουν υπευθυνότητα και αποφυγή κομματικής εκμετάλλευσης.

