Όταν άνθρωποι που δεν παίρνουν μέσα μιλούν για τα μέσα, το αποτέλεσμα είναι άβολο. Όταν έγιναν τα Τέμπη, ακούσαμε κάτι δακρύβρεχτες αναλύσεις για το οικονομικό προφίλ των «ανθρώπων που παίρνουν το τρένο». Αυτές τις μέρες ακούμε πόσο λαϊκοί τύποι είμαστε, επειδή παίρνουμε τη γραμμή 1. Τα δωρεάν, αξιόπιστα μέσα, όμως, δεν είναι κάποιου είδους φιλανθρωπία από το κράτος προς τον πληθυσμό. Οι χρήστες τους δεν είναι ούτε φτωχοδιάβολοι που «κλέβουν», ούτε οπωσδήποτε ιδρωμένοι φτωχο-υπάλληλοι που μαζεύουν πενταροδεκάρες για το κομπόδεμα.
Όποιος ξέρει ξέρει. Ο ηλεκτρικός, για παράδειγμα. Είναι και τόπος συνάντησης όλων των ανθρώπων που περνούν από την πόλη και μία συναισθηματικά αντιφατική εμπειρία. Από τη μία βλέπεις όμορφα πράγματα: τα Πετράλωνα από ψηλά, τα ερείπια στο Μοναστηράκι. Είναι η φλέβα που ενώνει την Αθήνα. Είναι μαγικός, λογοτεχνικός, κέντρο του κέντρου. Κι από την άλλη, είναι σαν σκυλί που πήρε την κάτω βόλτα. Ειδικά τις μέρες με ζέστη. Βρωμάει.
Οι άνθρωποι παίρνουν το αυτοκίνητο, για να είναι σίγουροι ότι θα εκτεθούν σε μία προβλέψιμη ταλαιπωρία. Προτιμούν αυτό από την απρόβλεπτη κρίση πανικού μέσα στο τρόλεϊ ή τον ηλεκτρικό. Υπάρχουν σημεία της πόλης σχεδόν απλησίαστα με τα μέσα ή που εξυπηρετούνται με κακές συνδέσεις. Δεν είναι κι αυτά θέματα προς επίλυση; Η-εξαιρετική-πρωτοβουλία με τα νυχτερινά δρομολόγια πότε θα επεκταθεί/κανονικοποιηθεί; Και τι θα γίνει με την πύκνωση των δρομολογίων των οικολογικών και αθόρυβων ηλεκτρικών λεωφορείων που, επιτέλους, κυκλοφορούν με συχνότητα ανάμεσά μας; Το ζήτημα δεν είναι μόνον το εισιτήριο, αυτό θέλω να πω. Υπάρχει ένα απολύτως επείγον ερώτημα: πώς θα συντηρηθεί η ζωή και το τοπίο στη χώρα.
Φέτος το καλοκαίρι, η ηπειρωτική Ελλάδα είναι μακριά για όσους δεν οδηγούμε, καθώς και γι αυτούς που δεν θέλουν να χρυσοπληρώσουν βενζίνη και διόδια. Το ασφαλές αξιόπιστο τρένο μάς λείπει. Ούτε οι ντόπιοι ούτε οι τουρίστες συνδέουν οπωσδήποτε το καλοκαίρι με τα νησιά-καρτποστάλ και με το έγκαυμα στις παραλίες. Η δροσιά των βουνών, οι ποδηλατικές εξορμήσεις κερδίζουν έδαφος σε όλη την Ευρώπη. Γι αυτά χρειάζονται, όμως, τρένα.
Ενόψει του καύσωνα των ημερών στη Βόρεια Ευρώπη, συζητιέται έντονα το ζήτημα των μετακινήσεων. Θα μπορούσαν τα νυχτερινά δρομολόγια με τρένο να γίνουν πάλι ελκυστικά; Θα μπορούσαν οι Ευρωπαίοι να περνούν το καλοκαίρι τους σε κοντινούς προορισμούς μεταβαίνοντας κυρίως με τρένα και όχι με αεροπλάνα; Θα μπορούσε να τονωθεί η αίσθηση μίας ευρωπαϊκής ταυτότητας μέσα από το ταξίδι με τρένο; Από αυτές τις συζητήσεις η Ελλάδα λείπει εντελώς, αφού δεν συνδέεται με τρένο με τις γειτονικές χώρες και δεν έχει καν ελκυστικές, ασφαλείς, συχνές εσωτερικές συνδέσεις με τοπόσημα στην Πελοπόννησο ή τη Θεσσαλία.
Δεν χαιρόμαστε όταν γίνονται νέοι αυτοκινητόδρομοι, γιατί δεν ξέρουμε σε ποιους απευθύνονται. Οι ντόπιοι (από την εμπειρία μου στη Θεσσαλία) προτιμούν να πάνε από κατσικόδρομο, αντί να πληρώσουν διόδια κοντά στο χωριό τους. Οι Ασιάτες που ψάχνουν τα Μετέωρα δεν έρχονται με αμάξι. Όσοι κατασκηνώνουν στην Καλαμπάκα και κοντά στον Όλυμπο θα προτιμούσαν να πάνε μερικά χιλιόμετρα με τα πόδια απ’ το να νοικιάσουν αυτοκίνητο (τελικά μπαίνουν στο Κτελ). Κι εμείς, που ενηλικιωθήκαμε με κλιματικό στρες, δεν διανοηθήκαμε πως οι πολιτικές που συντηρούν το τοπίο θα ιεραρχούνταν χαμηλότερα από μία λογική ανάπτυξης σε στυλ 20ου αιώνα. Η συζήτηση για τις μετακινήσεις δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στο κόστος του εισιτηρίου.

