Ας μην είμαστε αχάριστοι. Ζούμε σε μια εποχή στην οποία μπορείς να δεις μέσα σε τέσσερις μήνες περισσότερες παραστάσεις από όσες έβλεπαν οι γονείς μας σε τέσσερα χρόνια. Η χώρα διάγει περίοδο πρωτοφανούς φεστιβαλικής αφθονίας. Από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο, κάθε γειτονιά της Αθήνας, κάθε πρωτεύουσα νομού, κάθε νησί, σχεδόν κάθε χωριό, προσφέρουν το δικό τους πολιτιστικό γεγονός. Χορός, θέατρο δρόμου, μουσικές σκηνές, αναγνώσεις, συναυλίες, παλιές παραστάσεις που περιοδεύουν, νέες δημιουργίες που κάνουν πρεμιέρα κάτω από τα αστέρια. Και όλα αυτά μπορεί να κοστίζουν πολύ, λίγο ή και τίποτα απολύτως.
Σε αυτόν τον παράδεισο των θερινών φεστιβάλ ο ενθουσιασμός αρχίζει τη στιγμή που ανοίγεις το πρόγραμμα και ανακαλύπτεις την πληθώρα των ευκαιριών. Εκεί βρίσκονται και οι πύλες της πολιτιστικής «κόλασης»: τι θα διαλέξεις, πού θα πας, τι θα δεις. Η αφθονία γεννά ένα καινούργιο είδος ανάλογου προβληματισμού. Δεν φοβάσαι ότι δεν θα βρεις κάτι να δεις, φοβάσαι ότι διαλέγοντας ένα, θα χάσεις όλα τα υπόλοιπα, φοβάσαι ότι δεν επέλεξες το «σωστό», φοβάσαι ότι οι άλλοι θα επιλέξουν κάτι «καλύτερο». Η υπερκατανάλωση επιλογών σού αποσπά την προσοχή: τι άλλο άραγε θα μπορούσες να έχεις κάνει;
Στη «Μήδεια» της ΕΛΣ του περασμένου Σαββάτου, οι περισσότεροι από τους θεατές που κάθονταν στις κερκίδες του αρχαίου θεάτρου είχαν δώσει έναν μικρό αγώνα για να βρουν εισιτήριο. Για να δει κανείς τη sold out όπερα χρειαζόταν ταχύτητα, επιμονή και τύχη. Για να την απολαύσει, χρειάζονταν δυόμισι ώρες αδιάσπαστης προσοχής. Κι όμως, μετά τη σύντομη διακοπή για την πρώτη αλλαγή σκηνικού, οι οθόνες των κινητών δεν έσβησαν αμέσως μόλις χαμήλωσαν τα φώτα· έμειναν να αιωρούνται στις κερκίδες σαν μικρές ψηφιακές παρεμβολές. Στη δεύτερη παύση άργησαν ακόμη περισσότερο να χαθούν, διεκδικώντας με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση χώρο που δεν τους αναλογεί.
Εκεί αποκαλύπτεται το παράδοξο της εποχής. Δεν λείπουν οι παραστάσεις· λείπει η ικανότητα να παραμείνουμε «μέσα» σε μία, επιλέγοντας από τις πολλές αυτήν που μας ταιριάζει. Η αναμονή που στο παρελθόν έδινε βάρος στην εμπειρία χάθηκε. Το ζήτημα δεν είναι η προσφορά· είναι ο τρόπος που την καταναλώνουμε. Αν δεν ξαναβρεθεί ο στοιχειώδης αυτοέλεγχος –να διαλέγουμε, να μένουμε, να δίνουμε χρόνο– ο παράδεισος των φεστιβάλ θα λειτουργεί σαν μία ακόμη μορφή υπερφόρτωσης.

