Αγαλλίασε το πανελλήνιο μετά την απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου της Αθήνας, το οποίο καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη τον υπεύθυνο για τον χαμό του μικρού Μάριου το 2017 στο Μενίδι. Ο δράστης, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, πυροβολούσε κατά τη διάρκεια γλεντιού. Μία από τις βολίδες βρήκε στο κεφάλι το παιδί που συμμετείχε σε σχολική γιορτή δύο χιλιόμετρα μακριά. Οι δημοσιογράφοι, κατά τα γνωστά, αναγόρευσαν σε «συγκλονιστική» την αγόρευση του εισαγγελέα και όλοι ανακουφισμένοι δήλωσαν ότι «επιτέλους αποδόθηκε δικαιοσύνη».
Η νομική είναι περίεργη επιστήμη. Δεν την κατανοούμε εμείς οι κοινοί θνητοί. Τόσο περίεργη που –όπως είπε κι ένας αξιοσέβαστος δικαστής– είναι «δικονομικώς σωστή» η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να μην ψάξει περαιτέρω για να εξιχνιάσει ένα έγκλημα κατά του πολιτεύματος και πιθανώς κατασκοπείας. Εγινε δε τόσο περίεργη, που μάλλον δεν εφάπτεται πλέον με την ελληνική γλώσσα.
Ο καταδικασθείς για τον φόνο του 11χρονου Μάριου κατηγορήθηκε για «δολοφονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με ενδεχόμενο δόλο». Η «ήρεμη ψυχική κατάσταση» παίζεται· σε γλέντι παρευρίσκετο, μεθυσμένος θα ήταν και προφανώς θα είχε την ηρεμία που προσφέρει το αλκοόλ. Η «πρόθεση», όμως, να σκοτώσει, πώς αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας; Ο «ενδεχόμενος δόλος», ποιος μπορεί να ήταν;
Ο εισαγγελέας της έδρας είπε ότι «ο κατηγορούμενος πυροβολούσε σε όλες τις κατευθύνσεις, αδιαφορώντας ότι μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο. Ξέρει ότι μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο και το αποδέχεται. Πυροβολούσε αδιακρίτως…». Σωστά είναι όλα αυτά, αλλά δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα. Πώς πιστοποιήθηκε η «πρόθεση» και ποιος μπορεί να είναι ο «ενδεχόμενος δόλος»;
Ενα φάντασμα πλανιέται πάνω από τη χώρα, αυτό του ποινικού λαϊκισμού. Εχουμε ένα έγκλημα ιδιαίτερης απαξίας, για το οποίο ο υπουργός Γιώργος Φλωρίδης δεν πρόλαβε να αυστηροποιήσει τις ποινές· ή δεν ήθελε, αφού παίζουν και οι μπαλωθιές στην Κρήτη, και μια πιθανή αναβάθμιση του αδικήματος σε κακούργημα θα στοιχίσει ψήφους. Μάλλον το δικαστήριο αποφάσισε να καλύψει το νομοθετικό κενό, εις βάρος –τουλάχιστον– της κοινής λογικής. Πώς το είχε πει ο πρώην πρόεδρος του ΣτΕ Νικόλαος Σακελλαρίου; «Το καθήκον μας (σ.σ.: των δικαστών) είναι να πιάσουμε τον σφυγμό της κοινωνίας» (5.10.2016).
Από τις αντιδράσεις καταλαβαίνουμε ότι η απόφαση του δικαστηρίου «έπιασε τον σφυγμό της κοινωνίας». Ισως και για έναν επιπλέον λόγο. Ο καταδικασθείς ήταν μέλος της κοινότητας που κάποιοι χλευάζουν ως «ευπαθή», δηλαδή Ρομά. Ο σφυγμός της δικαιοσύνης μετά βίας ακούγεται…

