Μια συζήτηση που έρχεται και επανέρχεται είναι αν τα προγράμματα των κομμάτων ή κάποιες από τις προτάσεις και τα μέτρα που διατυπώνουν είναι επαρκώς κοστολογημένα. Προφανώς, η πολιτική δεν μπορεί ούτε πρέπει να είναι μια λογιστική άσκηση κόστους – οφέλους, ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι επιπτώσεις της μιας ή της άλλης πρότασης στη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας πρέπει να είναι γνωστές και να συνυπολογίζονται για τη δημοκρατική έγκριση ή απόρριψή της – ιδιαίτερα μετά την παρατεταμένη και βαρύτατη ταλαιπωρία που πέρασε η Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία. Αλλά αυτό –θεωρητικά απλό–, πρακτικά κάθε άλλο παρά είναι όσο εύκολο ακούγεται.
Για κάποια μεμονωμένα μέτρα οι υπολογισμοί είναι σχετικά απλοί. Αν όμως ένα πολιτικό κόμμα θελήσει να υπολογίσει το δημοσιονομικό κόστος μιας σύνθετης πρότασης ή, πολύ περισσότερο, συνολικά της οικονομικής πολιτικής που σχεδίασε, το πράγμα αλλάζει.
Η ευθύνη της κοστολόγησης των προτάσεων πολιτικής που διατυπώνουν τα κόμματα έχει αποδοθεί νομοθετικά στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, μια σημαντική ανεξάρτητη αρχή που θεσπίστηκε το 2014 και άρχισε να λειτουργεί το 2015 στα πρότυπα των αντίστοιχων Αρχών που συστάθηκαν στις περισσότερες χώρες-μέλη της Ε.Ε. μετά το 2010. Το Συμβούλιο έχει την ευθύνη να αξιολογεί τον κρατικό προϋπολογισμό, να γνωμοδοτεί πριν από την κατάθεσή του στη Βουλή και να παρακολουθεί την εκτέλεσή του. Του δόθηκε, επιπλέον, η συναφής ευθύνη να κοστολογεί τη δημοσιονομική επίπτωση των πολιτικών προτάσεων των κομμάτων. Δυστυχώς όμως –μας εξηγούν– δεν του δόθηκαν μαζί και όλα τα απαιτούμενα μέσα για να το κάνει.
Ο υπολογισμός του δημοσιονομικού κόστους μιας πολιτικής δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση όσο ακούγεται.
Το συνηθίζουμε στη χώρα μας. Δημιουργούμε ανεξάρτητες αρχές (καθώς πρέπει σε ένα κράτος δικαίου…) και μετά τις εγκαταλείπουμε στην τύχη τους – δείτε, παράδειγμα, την αδιαφορία των κυβερνήσεων για την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Από μια πρώτη διερεύνηση του θέματος διαπιστώσαμε ότι το Δημοσιονομικό Συμβούλιο για να είναι σε θέση να αντεπεξέλθει έγκαιρα και με επάρκεια στις ανάγκες κοστολόγησης πολιτικών προτάσεων θα έπρεπε, πρώτον, να ενισχυθεί με επαρκές ικανό επιστημονικό προσωπικό, με κατάλληλη τεχνογνωσία και με σύγχρονες υπολογιστικές εφαρμογές. Δεύτερον, θα έπρεπε να συνάψει συμφωνία με τη φορολογική αρχή, την ΑΑΔΕ, ώστε να μπορεί να αντλεί τα στοιχεία που κάθε φορά θα χρειάζεται για να κοστολογήσει μια πρόταση.
Αν σήμερα, λοιπόν, ένα κόμμα ζητήσει να κοστολογηθεί μία πολιτική ή μία δέσμη μέτρων που σχεδιάζει, ως πιθανότερο εικάζεται ότι θα το παρέπεμπαν στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Το Λογιστήριο, όμως, έχει μεν υψηλού επιπέδου στελέχη –που διακρίνονται για την ποιότητά τους μέσα σε όλον τον κρατικό μηχανισμό–, αλλά δεν είναι ανεξάρτητη αρχή. Δεν είναι ανεξάρτητο καθότι έχει πολιτικό προϊστάμενο και, άρα, για μια τέτοια δουλειά στερείται της έξωθεν καλής μαρτυρίας ότι θα είναι αμερόληπτο. Εμπιστοσύνη για ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, όπως είναι η κοστολόγηση προτάσεων – μέτρων των πολιτικών κομμάτων, μπορεί κάποιος να έχει μόνο σε μια ανεξάρτητη αρχή, όπως το Δημοσιονομικό Συμβούλιο.

