Ο αθλητισμός είναι ένα σύμπαν. Παραμένει ένα από τα συναρπαστικότερα γεγονότα που γεννήθηκαν μαζί με το ανθρώπινο είδος σε όλες τις εκδοχές του. Είτε ομαδικός όπως το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ, είτε ατομικός όπως ο στίβος ή ο μηχανοκίνητος αθλητισμός –η κορύφωση της τεχνολογίας του ανθρώπου–, είτε ο αθλητισμός της δυάδας, είτε του υγρού στοιχείου, του βουνού και του αέρα, είτε οι τόσες άλλες εφαρμογές αυτής της ειδικής ανθρώπινης προσπάθειας που συνδυάζει και συνδέει τον νου, τη σωματική δραστηριότητα αλλά και την έμμεση –εκ του ασφαλούς, δηλαδή– συμμετοχή του θεατή.
Ο αθλητισμός έρχεται κοντά με τη βαθιά προέλευση του ανθρώπου, όπου μαζί με την επιβίωση γεννιέται και ο ανταγωνισμός, επί το ευγενέστερον συναγωνισμός ή, ακόμη πιο κομψά, άμιλλα. Από τον άνθρωπο που τρέχει για να δοκιμάσει τις δυνάμεις του, στη δυάδα που «παραβγαίνει» στο τρέξιμο ή στην πάλη, έρχεται η γοητεία της, ασφαλούς για τη ζωή, σωματικής προσπάθειας. Αντίστοιχα, από την ύπαρξη της οικογένειας και των κοινωνιών, ο άνθρωπος έλκεται να ενταχθεί σε κάθε λογής συσσωματώσεις και στη συνέχεια να συγκρουστεί με άλλες συσσωματώσεις.
Στα κατάμεστα γήπεδα των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων και στα Μουντιάλ των εκατομμυρίων τηλεθεατών, ο θεατής ταυτίζεται με τον αγωνιζόμενο. Επίσης, με ασφαλή τη ζωή του, μετέχει σε έναν «μαχόμενο» κόσμο, μια «οικογένεια», μια «θρησκεία», μια «ιδεολογία», ένα «έθνος». Μέσα από τη μαγεία μιας παγκόσμιας γιορτής οργανώνεται ένα σύστημα συμβόλων πέρα από το παιχνίδι, με κυρίαρχα τον ανταγωνισμό, την ταύτιση, την αγωνία, το γόητρο, το δράμα, τον ιδρώτα, τον πόνο, τη στρατηγική, την προσποίηση. Τον απόλυτο συνδυασμό σωματικής και νοητικής προσπάθειας.
Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, ο αθλητισμός συνδεόταν κατά κύριο λόγο με τις έννοιες άθλος, προσπάθεια, θαυμασμός του σώματος, αγώνας και νίκη – κυρίαρχη βεβαίως η έννοια της αρετής. Στον ρωμαϊκό κόσμο και στη συνέχεια στη Δύση, ο αθλητισμός απομακρύνεται από την ηθική διάστασή του και μπαίνει στον αστερισμό της διασκέδασης, της αναψυχής, του παιχνιδιού, των σπορ.
Στην αρχαιότητα και μετά στον Μεσαίωνα, ο αθλητισμός δεν «συμμετείχε» άμεσα στην πολιτική και πολεμική ζωή. Στα νεότερα χρόνια η διασταύρωσή του σε πολεμικά γεγονότα, ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνείς ισορροπίες, δεν έφθειρε τη γοητεία του αθλητισμού, το αντίθετο μάλλον.
Επιλεκτικά, για τις διασταυρώσεις αθλητισμού και Ιστορίας στα νεότερα χρόνια μας πάμε στο Δυτικό Μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στα Χριστούγεννα του 1914 που έγινε σύντομη ανακωχή και στη νεκρή ζώνη μεταξύ των χαρακωμάτων παίχθηκε αγώνας ποδοσφαίρου μεταξύ Βρετανών και Γερμανών στρατιωτών, εκείνων που μέτρησαν στο τέλος του πολέμου 14 εκατομμύρια νεκρούς συμπολεμιστές. Δύο δεκαετίες αργότερα, στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου το 1936, διασταυρώθηκε η βαρβαρότητα της ναζιστικής φυλετικής άριας ιδεολογίας με την ανθρώπινη επιτυχή προσπάθεια, όταν κατέκτησε τέσσερα χρυσά μετάλλια ο μαύρος Αμερικανός δρομέας Τζέσε Οουενς. Δύο δεκαετίες αργότερα, το 1956, με τον Ψυχρό Πόλεμο κυρίαρχο, λίγες εβδομάδες μετά τη σοβιετική στρατιωτική εισβολή στην Ουγγαρία και τη βίαιη καταστολή της αντισοβιετικής επανάστασης, στους Ολυμπιακούς της Μελβούρνης, ο αγώνας πόλο Ούγγρων και Σοβιετικών γίνεται συμβολικά αγώνας Δύσης και Ανατολής.
Στους Ολυμπιακούς του Μεξικού το 1968, με το αντιπολεμικό και αντιρατσιστικό κίνημα στις ΗΠΑ σε μεγάλη ένταση, δύο μαύροι αθλητές υψώνουν στο βάθρο των νικητών τη «μαύρη» γροθιά τους, διαμαρτυρόμενοι για την καταπίεση των Αφροαμερικανών. Στους Ολυμπιακούς του Μονάχου το 1972, Παλαιστίνιοι του «Μαύρου Σεπτέμβρη» εισέβαλαν στο Ολυμπιακό Χωριό και σκότωσαν 11 Ισραηλινούς αθλητές. Το Μουντιάλ της Αργεντινής το 1978 διοργανώθηκε από τη χούντα της χώρας (1976-1983) και τον επικεφαλής Βιντέλα, ενώ κυριαρχούσε ο «βρώμικος» πόλεμος εναντίον όσων αντιστέκονταν στη βαρβαρότητα του καθεστώτος, ένας πόλεμος με 30.000 «εξαφανισμένους» πολίτες, τα ίχνη των οποίων δεν βρέθηκαν ποτέ. Στη δεκαετία του 1980, λόγω της σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν, 60 χώρες, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, μποϊκοτάρισαν τους Αγώνες της Μόσχας (1980) και δεν συμμετείχαν. Αντίστοιχα, στους Ολυμπιακούς του Λος Αντζελες το 1984, 19 χώρες, με επικεφαλής της Σοβιετική Ενωση, μποϊκοτάρισαν τους αγώνες και δεν συμμετείχαν.
Σε έναν κόσμο που πλέον περισσότερο αναστατωνόμαστε παρά συγκινούμαστε, ο αθλητισμός, ευτυχώς, παρέχει ακόμη συγκινήσεις, αγωνία και θαυμασμό. Παρέχει και έμμεσες μνήμες, του παιχνιδιού της παιδικής ηλικίας και ενός κόσμου που μοιάζει μακρινός, όσο και αυτός της ιστορίας (μας).
*Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη.

