Η συμμετοχή της Ελλάδας στην επιχείρηση «Ασπίδες» της Ε.Ε. στην Ερυθρά Θάλασσα, και η προθυμία που εξέφρασε προχθές ο πρωθυπουργός να συμβάλει η χώρα σε κάποιου είδους αποστολή στα Στενά του Ορμούζ εάν αυτό ζητηθεί και εάν έχει την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, υπογραμμίζουν πόσο άλλαξε ο κόσμος τα τελευταία χρόνια. Με τον ελληνόκτητο εμπορικό στόλο να πρωταγωνιστεί στη διεθνή οικονομία, αλλά και με την ισχυρή ναυτική παράδοσή της, η Ελλάδα δεν μπορεί να μείνει θεατής στις εξελίξεις. Γι’ αυτό η κυβέρνηση προτάσσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας ως προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής της, όπως τόνισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης μετά τη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. στις Βρυξέλλες την Παρασκευή. Το ότι οι συνθήκες στη ναυσιπλοΐα αλλάζουν ριζικά είναι φανερό εδώ και καιρό. Το πόσο θα αλλάξει ακόμη είναι το κρίσιμο ερώτημα, καθώς αυτό θα καθορίσει την παγκόσμια οικονομία, και κάθε εθνική οικονομία σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό.
Με τον ελληνόκτητο εμπορικό στόλο να πρωταγωνιστεί στη διεθνή οικονομία, αλλά και με την ισχυρή ναυτική παράδοσή της, η Ελλάδα δεν μπορεί να μείνει θεατής στις εξελίξεις.
Οι επιθέσεις των ανταρτών Χούθι της Υεμένης εναντίον εμπορικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα, για λογαριασμό του Ιράν, έδειξαν εδώ και δύο χρόνια πώς μια μικρή δύναμη με πυραύλους και φθηνά drones μπορεί να προκαλέσει μεγάλη ζημιά στη ναυσιπλοΐα και στο παγκόσμιο εμπόριο. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, όταν δέχθηκε επίθεση από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ήταν η συνέχεια αυτού του ισχυρότατου και πανάρχαιου όπλου – της χρήσης της γεωγραφίας για στρατηγικό όφελος. Εδώ φάνηκε πως ούτε ο πανίσχυρος στόλος των ΗΠΑ μπόρεσε να εξασφαλίσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, παρότι οι ιρανικές στρατιωτικές δυνάμεις υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Τέτοια ευάλωτα σημεία υπάρχουν και αλλού στις διαδρομές των εμπορικών στόλων, όπως διαπιστώσαμε με την έξαρση πειρατείας στο Κέρας της Αφρικής, η οποία «άνθησε» το 2008-2012, μετά υποτάχθηκε στις δυνάμεις ξένων στόλων και τελευταίως επιστρέφει, ευνοούμενη από τη γενικότερη αστάθεια. Το ερώτημα σήμερα είναι εάν κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί έχουν τα εφόδια και τη διάθεση να αποτρέψουν την εξάπλωση τέτοιων προβλημάτων. Και δεν είναι μόνο η γεωγραφία που γεννά κινδύνους, είναι και το ότι στην εποχή μας σημαντικότατες υποδομές –ενεργειακοί αγωγοί και καλώδια επικοινωνιών– βρίσκονται αφύλακτες στον πυθμένα των θαλασσών.
Για δεκαετίες, με την ισχυρή παρουσία τους σε διεθνείς οργανισμούς, και με τη ναυτική κυριαρχία τους, οι ΗΠΑ αποτελούσαν εγγύηση για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Τώρα, πέρα από την απρόβλεπτη πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ και την υπονόμευση διεθνών συλλογικών μηχανισμών, τα ισχυρά και φθηνά νέα όπλα στα χέρια μικρών δυνάμεων ή και ομάδων, και οι πολύπλοκες διασυνδέσεις της παγκόσμιας οικονομίας, καθιστούν τις θαλάσσιες διαδρομές και πιο σημαντικές και πιο ευάλωτες. Εως τώρα, η Κίνα αφήνει τις ΗΠΑ να υπονομεύουν τον εαυτό τους και τους συμμάχους τους, ενώ η ίδια αναπτύσσει τάχιστα τον στόλο της και στηρίζει τη Ρωσία και το Ιράν. Αν η υποχώρηση των ΗΠΑ έναντι του Ιράν αποδεικνύει κάτι, είναι ότι σήμερα ούτε η συντριπτική στρατιωτική υπεροχή αρκεί για να πετύχει μια χώρα τους στόχους της. Χρειάζεται σωστή στρατηγική με σαφείς στόχους, ισχυρές συμμαχίες, και με την απομόνωση και σταθερή αποδυνάμωση του αντιπάλου. Η Ελλάδα υποχρεούται να συμβάλει όπου μπορεί – και για την υπεράσπιση των δικών της συμφερόντων, και για να στείλει μήνυμα υπέρ των συλλογικών προσπαθειών σε διεθνές επίπεδο. Και ας ευελπιστούμε ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα θα κατανοήσουν εγκαίρως την ανάγκη συνεργασίας, καθώς ο κλιμακούμενος ανταγωνισμός τους περιπλέκει προβλήματα που ούτε η μία ούτε η άλλη μπορεί να λύσει μόνη.

