Αν είσαι Ελληνας, η ωμή γλώσσα που χρησιμοποιεί ένας τυχαίος τικ τόκερ από την κεντρική Ευρώπη, για να δυσφημήσει την Αθήνα, αρχικά σε σοκάρει. Περιφέρεται με την κάμερά του σε κεντρικούς δρόμους της πόλης, για να υποστηρίξει την «αδιανόητη παρακμή» της ελληνικής πρωτεύουσας.
Οσα βλέπουμε στο βίντεο είναι πραγματικότητα, τα αναγνωρίζουμε αμέσως: από τα ανύπαρκτα πεζοδρόμια, την επιδημία των γκράφιτι μέχρι τα νεοκλασικά ερείπια και τα ξεχαρβαλωμένα καρτοτηλέφωνα. Μιλάει με παρεξηγήσιμο πάθος εναντίον της Αθήνας – αναρωτιέσαι αν είναι απλώς ένα οπτικοακουστικό ξέσπασμα που ποντάρει στο ψηφιακό ξεκατίνιασμα, που αναπόφευκτα θα ακολουθήσει στα σχόλια, ή κάτι περισσότερο.
Καταβάλλω προσπάθεια για να καταπιώ τις προσβολές για την πόλη μου και να ακούσω αυτό που λέει. Και αυτό που (μας) λέει απηχεί μια πραγματικότητα που την ξέρουμε καλά. Με κάνει, κυρίως, να συνειδητοποιήσω ότι το βασικό πρόβλημα της Αθήνας το 2026 δεν είναι τα παλιά σκιάχτρα – ούτε το πάλαι ποτέ νέφος, ούτε η διεκπεραιωτική, κακογερασμένη αρχιτεκτονική των δεκαετιών του ’60 και του ’70, ούτε καν το γεγονός ότι δεν κληρονομήσαμε τις μνημειακές πλατείες ή τους καλοσχεδιασμένους κήπους άλλων ευρωπαϊκών πόλεων. Ποιος νοιάζεται για αυτά όταν δεν έχεις πεζοδρόμια να περπατήσεις;
Το κυρίαρχο αφήγημα θέλει την Αθήνα να υπολείπεται λόγω «εμφάνισης». Αλλά αυτό είναι το μικρότερο από τα προβλήματά της.
Η Αθήνα πονάει στην εμπειρία στο επίπεδο του δρόμου, του ισογείου, του πεζοδρομίου. Εκεί είναι που είμαστε 40 χρόνια πίσω. Και αν δεν λύσουμε τα προβλήματά μας σε αυτό το επίπεδο, δεν πρόκειται να πάμε παρακάτω. Και η απόλυτη μεταβλητή σε αυτόν τον γόρδιο δεσμό είναι η σχέση μας με το αυτοκίνητο. Αν δεν την επανεξετάσουμε ριζικά, η ποιότητα ζωής στην Αθήνα δεν πρόκειται να αλλάξει.
Θα ρωτήσετε – και εύλογα: «Για τα γκράφιτι και τις μουντζούρες φταίνε τα αυτοκίνητα;». Και όμως η απάντηση είναι: «Λυπάμαι, ναι». Παραδίδοντας τις πόλεις μας στα Ι.Χ., παραιτηθήκαμε από μια βασική μας αξίωση ως πολιτών, που είναι πολιτισμένοι και φροντισμένοι δημόσιοι χώροι με μικρότερες ή μεγαλύτερες εστίες κοινόχρηστου πρασίνου που να μεταδίδουν μια ελάχιστη αίσθηση αυτοσεβασμού και ευημερίας. Τα γκράφιτι «άνθησαν» σε ένα κακοποιητικό περιβάλλον αστικής ζούγκλας με απόλυτο κυρίαρχο το αυτοκίνητο και τις λαμαρίνες του, που καταπίνουν τα πάντα στο διάβα του. Ενας ξενιστής που σταδιακά «μόλυνε» τα πάντα: δημόσιους χώρους, κοινόχρηστο πράσινο, γειτονιές, αέρα, τον αυτοσεβασμό μας.
Τα καλά νέα για την Αθήνα είναι ότι βγάζοντας τα Ι.Χ. από την εξίσωση θα μιλούσαμε για μια άλλη πόλη. Τα κακά νέα είναι ότι στον πολιτικό ορίζοντα δεν υπάρχει κανείς που να επιχειρεί, έστω, να βάλει τα θέματα αυτά στο τραπέζι. Εκτός κι αν «πουλάει» δωρεάν μετακινήσεις με τα μέσα για λίγες χιλιάδες ψήφους.

