Ποιος το θυμάται σήμερα θα μου πείτε, αλλά στο Μουντιάλ του 1950 (η πρώτη διοργάνωση που έγινε από το 1938, καθώς μεσολάβησε ο πόλεμος) είχαμε μία συγκλονιστική κορύφωση.
Προσέξτε τώρα: το Μουντιάλ διοργανώνεται στη Βραζιλία και, όπως γράφουν στο βιβλίο τους «Μουντιάλ. Ιστορίες πίσω από το τρόπαιο» (εκδ. Τόπος) οι Χρήστος Σωτηρακόπουλος και Φάνης Τσοκανάς, «σήμανε μια νέα αρχή, μια προσπάθεια επιστροφής στην κανονικότητα, ενώ για τους ”ντόπιους” αποτελούσε μια όμορφη γιορτή στην οποία δεν χωρούσε οποιοδήποτε άλλο φινάλε πλην της κατάκτησης».
Το Μουντιάλ του 1950 είχε διαφορετικό φορμάτ, με αγώνες σε ομίλους και βαθμολογία, αντί για τελικό όπου κρίνεται ο πρωταθλητής, και οι Βραζιλιάνοι είχαν ήδη προεξοφλήσει την κατάκτηση του τροπαίου, καθώς στο κρίσιμο ματς με την Ουρουγουάη ήθελαν μόνο ισοπαλία για να στεφθούν παγκόσμιοι πρωταθλητές.
Η στέψη θα λάμβανε χώρα σε ένα νεόδμητο αθλητικό στολίδι: το θρυλικό Εστάντιο ντο Μαρακανά, το οποίο είχε χτιστεί ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό (η ανέγερσή του ξεκίνησε το 1948) και με την προοπτική ότι θα φιλοξενούσε 200.000 θεατές – όπως και συνέβη. Ο επίσημος αριθμός των θεατών ανήλθε στους 174.000, αλλά μαζί με τις προσκλήσεις το νούμερο έφτασε στους 199.854 θεατές και αποτελεί παγκόσμιο ρεκόρ προσέλευσης σε ποδοσφαιρικό αγώνα έως σήμερα (κάποιοι ανεβάζουν τον αριθμό σε 220.000 θεατές).
Εκεί, λοιπόν, συναντήθηκε στις 16 Ιουλίου του 1950 η Βραζιλία με την Ουρουγουάη. Πριν από τον άτυπο αυτό τελικό είχε προηγηθεί ο αγώνας Βραζιλίας – Μεξικού, στην έναρξη του Μουντιάλ, στις 24 Ιουνίου εκείνης της χρονιάς, που είχε λήξει με το θριαμβευτικό για τους Βραζιλιάνους 4-0.
Ολα φώναζαν ότι η Βραζιλία θα στεφόταν πρωταθλήτρια. Και, πράγματι, η Βραζιλία προηγήθηκε 1-0. Αλλά, ως γνωστόν, το ποδόσφαιρο παίζεται με δύο ομάδες. Η Ουρουγουάη αντεπιτέθηκε, ισοφάρισε και έντεκα λεπτά πριν από το σφύριγμα της λήξης πέτυχε και δεύτερο γκολ. Οι διακόσιες τόσες χιλιάδες φίλαθλοι (Βραζιλιάνοι στη συντριπτική τους πλειονότητα) αποχώρησαν βουβοί από το μεγαλοπρεπές στάδιο.
Στο βιβλίο των Σωτηρακόπουλου – Τσοκανά διαβάζουμε παλαιότερες δηλώσεις του τερματοφύλακα της Βραζιλίας, Μοασίρ Μπαρμπόζα: «Η μέγιστη ποινή φυλάκισης στη Βραζιλία είναι 30 χρόνια, αλλά εγώ τιμωρούμαι για πάνω από 50 χρόνια για κάτι που δεν φταίω».
Ο Μπαρμπόζα έζησε το υπόλοιπο της ζωής του ως «παρίας», γράφουν οι δύο Ελληνες αθλητικογράφοι, καθώς φορτώθηκε την ντροπιαστική ήττα της Εθνικής τους – η οποία θα τη στοίχειωνε για κάμποσα χρόνια ακόμη. Μάλιστα, τότε η Βραζιλία είχε φορέσει μια λευκή εμφάνιση την οποία εγκατέλειψε δια παντός, αντικαθιστώντας τη με την πασίγνωστη κίτρινη.
Το πόσο βαριά παίρνουν τις ήττες τους οι Βραζιλιάνοι το θυμόμαστε κι εμείς σήμερα όταν τους βλέπαμε να κλαίνε γοερά το 2014, στο απίστευτο 7-1 που πέτυχε η Γερμανία μέσα σε δικό τους γήπεδο και πάλι, αυτή τη φορά στο «Μινεράο» του Μπέλο Οριζόντε.

