Η μάχη είναι για να κατασταλεί ο πληθωρισμός ή για το ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο; Το ερώτημα τίθεται πάλι, αυτή τη φορά με αφορμή την απόφαση της ΕΚΤ να αρχίσει να αυξάνει τα επιτόκιά της. Η αύξηση των επιτοκίων είθισται να χρησιμοποιείται ως εργαλείο τιθάσευσης του πληθωρισμού όταν αυτός προκαλείται από την υπερθέρμανση της οικονομίας λόγω υπερβάλλουσας ζήτησης. Αντίθετα, όταν τον προκαλούν αδυναμίες της προσφοράς (ενεργειακά σοκ, διαταραχές και προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες), οι αυξήσεις των επιτοκίων δεν έχουν το αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Κατά τη γνώμη οικονομολόγων, όπως ο Τζ. Στίγκλιτς, η αύξηση επιτοκίων σε τέτοιες συνθήκες μειώνει μεν τη ζήτηση, αλλά δεν αυξάνει την προσφορά ενέργειας, τροφίμων ή πρώτων υλών, με αποτέλεσμα να επιτείνεται ο κίνδυνος ύφεσης. Ισως πιο προωθημένη είναι η θέση της Ισαβέλλας Βέμπερ, του Αμερστ, της Μασαχουσέτης: Ο πληθωρισμός προκαλείται από τη δύναμη των μεγάλων επιχειρήσεων να μετακυλίουν τις αυξήσεις κόστους, που προκύπτουν από τις αδυναμίες της προσφοράς, στις τελικές τιμές και δη στο πολλαπλάσιο – να κερδοσκοπούν. Κι είχε προτείνει, αντί για αύξηση επιτοκίων, στοχευμένους προσωρινούς ελέγχους τιμών, φορολόγηση των υπερκερδών και καταπολέμηση των καρτέλ.
Η εμμονή στη λογική των επιτοκίων –γράφει η Καρολίνα Αλβες, του Institute for Innovation and Public Purpose στο University College London– τείνει να αποκρύπτει τις πραγματικές πηγές της κρίσης: την ισχύ των ενεργειακών κολοσσών, τις ανισορροπίες της παγκοσμιοποίησης, την εκτεταμένη κερδοσκοπία και τις γεωπολιτικές συγκρούσεις. Τα υψηλά επιτόκια λειτουργούν ως μηχανισμός μεταφοράς του κόστους προσαρμογής στα νοικοκυριά, στους δανειολήπτες και στις πιο αδύναμες οικονομίες. Προστατεύουν τις μετοχές, τα ομόλογα και τα εισοδήματα των επενδυτών, ενώ τα λαϊκά νοικοκυριά υποχρεώνονται να πληρώνουν υψηλότερες δόσεις για τα δάνειά τους, να ταλανίζονται από μεγαλύτερη αβεβαιότητα και από αυξανόμενη πίεση στα εισοδήματά τους. Γίνεται μια αναδιανομή υπέρ του πλούτου, εις βάρος των ασθενέστερων.
Ο πληθωρισμός κερδών εμποδίζει τη στροφή σε ένα νέο, βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο.
Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική αναζωπυρώνεται η συζήτηση για την επιβολή μέτρων ελέγχου στις τιμές. Η «εποχή Χάγιεκ», με το κεντρικό ιδεολόγημα ότι το κράτος δεν μπορεί να καθορίσει σωστά τις τιμές γιατί η πραγματικότητα είναι σύνθετη και οι πληροφορίες τόσο διάσπαρτες ώστε μόνο η αγορά να είναι σε θέση να κάνει σωστές αποτιμήσεις, τελειώνει.
Καθ’ ημάς, υπάρχει ένας επιπλέον λόγος να κατασταλεί η γενικευμένη ακρίβεια. Αν θέλουμε να δημιουργήσουμε ένα νέο, βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο, χρειάζεται να κατευθύνουμε κεφάλαια στην παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών και μάλιστα υψηλής τεχνολογίας. Για να γίνει αυτό, πρέπει το κράτος να δώσει τη σχετική κατεύθυνση, με κίνητρα που, τελικά, θα σηματοδοτούν την αύξηση της κερδοφορίας και της ασφάλειας των επενδύσεων σε αυτούς, ειδικά, τους τομείς. Αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει καμία τύχη μέσα σε ένα αγριεμένο αρχιπέλαγος γενικευμένης κερδοσκοπίας χωρίς ρίσκο, με «επενδύσεις» του ποδαριού. Ο πληθωρισμός κερδών εμποδίζει την αλλαγή μοντέλου.

