Μετά την αποτυχία εκπλήρωσης των αρχικών στόχων της επιχείρησης Ισραηλινών και Αμερικανών εις βάρος του Ιράν και δεδομένων των συνεπειών του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, ο πρόεδρος Τραμπ καλείται να τετραγωνίσει τον κύκλο. Προκειμένου να τα καταφέρει, θα πρέπει να κλείσει μέτωπα και να ικανοποιήσει ακροατήρια με αποκλίνοντα συμφέροντα. Πιο συγκεκριμένα, πρέπει: α) να εξασφαλίσει μια καλύτερη συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης για το πυρηνικό πρόγραμμα της δεύτερης συγκριτικά με αυτήν από την οποία είχε αποχωρήσει το 2018, β) να αποκαταστήσει μερικώς την κλονισμένη εμπιστοσύνη των κρατών της Μ. Ανατολής στην αμερικανική ηγεσία, γ) να επαναφέρει –με τη συνδρομή των Ιρανών– την ομαλή λειτουργία του Ορμούζ, έστω και με διαφορετικό στάτους, δ) να ικανοποιήσει σε κάποιο βαθμό τις φιλοδοξίες του Ισραήλ και να μετριάσει την ανησυχία του για την προοπτική το Ιράν να βρεθεί εκ νέου σε θέση να απειλήσει την ασφάλειά του και ε) να καταδείξει στους συμπατριώτες του ότι ο πόλεμος, παρότι κοστοβόρος, ήταν νικηφόρος. Οφείλει να δώσει εξηγήσεις γιατί άξιζε τον κόπο αυτή η επιχείρηση, πολύ περισσότερο αν δεν οδηγηθούμε σε οριστική λύση.
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ έχει συμβιβαστεί με την ιδέα ότι θα χάσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων και επικεντρώνει τη μάχη του στη Γερουσία, ποντάροντας στα θετικά μεγέθη της οικονομίας και στις θέσεις εργασίας που έχουν μείνει ανεπηρέαστα από την κρίση στη Μ. Ανατολή. Τα κυριότερα προβλήματά του είναι η παρατεταμένη αδυναμία του να επιβληθεί τόσο στους Ιρανούς, όσο και στους Ισραηλινούς, αλλά ακόμη και στους Ευρωπαίους και σε περιφερειακούς συμμάχους του. Ετσι, δεν φαίνεται όσο ισχυρός θέλει να δείχνει και επιβεβαιώνεται ότι δεν έχει τον έλεγχο των εξελίξεων. Το έτερο πρόβλημά του είναι η υποχρεωτική ευθυγράμμιση με το Ισραήλ και η αρχική υποτίμηση των διαπραγματευτικών δεξιοτήτων των Ιρανών. Στις επιχειρήσεις που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου 2026, έμοιαζε να έχει συρθεί από την ισραηλινή ηγεσία, έχοντας υιοθετήσει την άποψη αυτής πως η ανατροπή του καθεστώτος ήταν ζήτημα χρόνου και ότι έτσι θα διαμορφωνόταν ένα νέο στάτους κβο υπέρ των ισραηλινών και αμερικανικών θέσεων στη Μ. Ανατολή. Από τη στιγμή που αυτό δεν επιβεβαιώθηκε και η γρήγορη νίκη δεν ήρθε, άρχισαν να εμφανίζονται ρωγμές στη σχέση ΗΠΑ – Ισραήλ, χωρίς βέβαια να είναι καθόλου απλή και πιθανή υπόθεση η ρήξη. Μετά την τρομοκρατική ενέργεια της Χαμάς, την 7η Οκτωβρίου 2023, οι ΗΠΑ έχουν διαθέσει στο Ισραήλ άνω των 50 δισ. δολαρίων τόσο σε στρατιωτική και οικονομική βοήθεια όσο και σε χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις. Και ξόδεψαν πάρα πολλά πυρομαχικά στις επιχειρήσεις των πρώτων 37 ημερών, ώστε να έχουν προκύψει σημαντικές ελλείψεις, κάτι που επηρεάζει και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Υπάρχει όμως μια δυσαρμονία μεταξύ Αμερικανών πολιτών, οι οποίοι σε όλες τις τελευταίες έρευνες δείχνουν προβληματισμένοι για τη στάση της ισραηλινής κυβέρνησης και έχουν φτάσει σε σημείο, σε ποσοστό 56% έναντι 42%, να υποστηρίζουν τους Παλαιστινίους απέναντι στους Ισραηλινούς, και πολιτικών, που στην πλειονότητά τους διατηρούν λειτουργικές σχέσεις με το φιλοϊσραηλινό λόμπι (συμπεριλαμβάνονται οι Ευαγγελικοί Αμερικανοί). Το τελευταίο είναι αναντίρρητα πανίσχυρο, κυρίως στα κέντρα λήψης αποφάσεων, και δεν είναι τυχαίο ότι με εξαίρεση δύο περιπτώσεις, επί Ρέιγκαν και πατρός Μπους, όταν και πάλι το Ισραήλ είχε εντέλει καταφέρει να απορροφήσει τις κρίσεις, κανένας Αμερικανός πρόεδρος, ακόμη και οι Ομπάμα και Μπάιντεν, που δεν διατηρούσαν καλή προσωπική σχέση με τον Νετανιάχου, δεν κατάφερε να ξεπεράσει μια ριζωμένη δομή που προστατεύει τα συμφέροντα του Ισραήλ.
Ο Τραμπ θα ήθελε να έχει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, δεδομένου μάλιστα ότι ο Νετανιάχου τελεί υπό μεγάλη εσωτερική πίεση και επιμένει σε αναθεωρητικές φιλοδοξίες, που προϋποθέτουν την άμεση και μακροχρόνια εμπλοκή των ΗΠΑ. Πέραν αυτού, επιχειρώντας εναντίον της Χεζμπολάχ, προσφέρει στους Ιρανούς το επιχείρημα ότι η περιφερειακή ασφάλεια είναι το κυριότερο ζήτημα, που πρέπει εξίσου να διευθετηθεί. Δεύτερον, η Τεχεράνη δυσπιστεί έναντι της Ουάσιγκτον, κάτι που δυσχεραίνει τις συνομιλίες, εκτιμώντας πως η πρώτη λειτουργεί εκ μέρους του Ισραήλ. Και τρίτον, όσο η τωρινή ισραηλινή ηγεσία θεωρείται αποσταθεροποιητική για την περιοχή, όχι μόνο δεν μπορούν να προωθηθούν περαιτέρω οι Συμφωνίες του Αβραάμ, αλλά ο Τραμπ είναι υποχρεωμένος να ξοδεύει διπλωματικό κεφάλαιο για να μην επιδεινωθούν οι σχέσεις των αραβικών και πολλών άλλων κρατών με το Ισραήλ. Και όλα αυτά, με τον Νετανιάχου να του υπενθυμίζει –και δημοσίως– τις αρχικές στοχεύσεις των επιχειρήσεων, από τις οποίες ο Αμερικανός πρόεδρος έχει εμφανώς αποκλίνει, και τον Τραμπ να αναρωτιέται αν ξεγελάστηκε και τελικά εγκλωβίστηκε.
*O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος. Από τις εκδ. Παπαδόπουλος κυκλοφορεί το βιβλίο του (με τον Κωνσταντίνο Αρβανιτόπουλο) «Η Νέα Παγκόσμια Τάξη. Το Δίκαιο της Ισχύος».

