Ενα μεγάλο πρόβλημα σε αυτή τη χώρα είναι το πόσο τεράστιο είναι το κομμάτι που βρίσκεται σε μια «γκρίζα» περιοχή. Κτίζω σε αυτό το οικόπεδο ή δεν κτίζω; Είναι νόμιμο αυτό που πάω να κάνω ή όχι; Σε αυτά τα ερωτήματα θα έπρεπε κανονικά να υπάρχουν απλές απαντήσεις, οι οποίες δίνονται με το πάτημα ενός κουμπιού ή ακόμη και από μία πλατφόρμα τεχνητής νοημοσύνης. Το πολιτικό μας σύστημα, με τη συνδρομή του βαθέος κράτους και ενίοτε της Δικαιοσύνης, έχει καταφέρει να φτιάξει έναν σκοτεινό λαβύρινθο από τον οποίο χρειάζεσαι τη βοήθεια ενός πολιτικού ή κάποιου άλλου «διευκολυντή» για να βγεις αλώβητος. Αν είσαι τυχερός, μπορεί η σχετική βοήθεια να είναι δωρεάν ή με αντάλλαγμα την ψήφο σου. Αν όχι, «κοστίζει», όπως συχνά μου υπενθυμίζει ένας κυνικός φίλος, που επιμένει ότι μερικά πράγματα δεν έχουν αλλάξει σε αυτόν τον τόπο ούτε με την τρόικα ούτε με τη σημερινή κυβέρνηση. Επιμένει, μάλιστα, ότι παρά τη μεγάλη πρόοδο στην ψηφιοποίηση του κράτους, οι «γκρίζες» νησίδες που επιτρέπουν, ή μάλλον καλλιεργούν, την ανομία και το νταραβέρι παραμένουν πολλές.
Το χειρότερο που μπορεί να πάθει το πολιτικό σύστημα αλλά και όλοι μας είναι να υποκύψουμε σε μια βαθιά άρρωστη και διεφθαρμένη κανονικότητα.
Και αν εμείς οι αυτόχθονες έχουμε συνηθίσει σε αυτή την αρρώστια, οι ξένοι φίλοι μας τρελαίνονται, ενίοτε κυριολεκτικά. Οπως ο άνθρωπος που θέλησε να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα με παραθαλάσσιο οικόπεδο που αγόρασε. Ολοι τού συνέστησαν να το κάνει κάτω από τα ραντάρ. Εκείνος επέμενε να το κάνει με βάση το δίκαιο και το σωστό και αφού ξόδεψε πολλά χρήματα σε μελέτες και πήρε όλες τις άδειες που χρειαζόταν, ο αρμόδιος υπάλληλος που του είχε ζητήσει όλα τα παραπάνω του είπε ότι το πρόβλημά του δεν έχει λύση. Ηθελε το «κατιτίς του»; Δεν το μάθαμε ποτέ γιατί ο επίμονος φίλος προσέφυγε στη Δικαιοσύνη και περιμένει…
Είναι εύκολο να καταλήξουμε όλοι σε εκείνο το καταραμένο «αυτή είναι η Ελλάδα» και να συμβιβαστούμε με τις ιδιαιτερότητές μας. Είναι τόσο πολλές, άλλωστε, πια και τόσο χτυπητές στον δημόσιο βίο, που κινδυνεύουμε να πάθουμε αυτό που ο Κώστας Σημίτης αποκαλούσε «διαστολή συνειδήσεως». Να αποδεχόμαστε, δηλαδή, εξωφρενικά παράνομες ή προκλητικές συμπεριφορές σαν κομμάτι μιας κανονικότητας. Το βλέπει κανείς και στις συζητήσεις του με πολιτικούς, που παλαιότερα θύμωναν με αυτά που άκουγαν και έψαχναν τρόπους να τα διορθώσουν. Και δεν εννοώ να «κάνουν ένα τηλεφώνημα εκεί που πρέπει», αλλά πραγματικά να τα διορθώσουν ξεριζώνοντας τον καρκίνο της διαφθοράς. Τώρα, σου λένε κάτι του τύπου, «ε, και τι να κάνουμε;» ή, ακόμη χειρότερα, «μα δεν βλέπεις τι γίνεται και σε άλλες χώρες, σιγά το πρόβλημα». Αυτό είναι το χειρότερο που μπορεί να πάθει το πολιτικό σύστημα, αλλά και όλοι μας, να υποκύψουμε σε μια βαθιά άρρωστη και διεφθαρμένη κανονικότητα.

