Είναι δύο τα σενάρια σχετικά με τις κατακόρυφες αυξήσεις που φέρνει το νέο πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στους μισθούς του Αρχιεπισκόπου και των μητροπολιτών: είτε η κυβέρνηση πίστευε ότι θα μας διέφευγαν, είτε αποδέχθηκε το ενδεχόμενο να τις προσέξουμε, αλλά υπέθεσε ότι θα τις θεωρήσουμε αμελητέες και θα τις συγχωρήσουμε. Να τι ενδεχομένως σκέφτηκαν οι υπεύθυνοι: μπορεί οι αυξήσεις να αγγίζουν ακόμα και το 95%, εκτοξεύοντας τις μηνιαίες απολαβές των ευνοουμένων στις 4.671,90 ευρώ μεικτά, αλλά η χώρα δεν έχει και πολλούς μητροπολίτες. Μόλις 81 συνολικά. Μικρό το λογιστικό αποτύπωμα στον κρατικό προϋπολογισμό, επομένως. Αν είναι όμως μικρό αυτό το αποτύπωμα, γιατί δεν αφήνουμε κι άλλα εξίσου μικρά; Σε δασκάλους, σε γιατρούς, σε επιστήμονες και επαγγελματίες που από νευραλγικές θέσεις και υπό αντίξοες συνθήκες προσφέρουν ουσιαστικά στο σύνολο και όχι μεταφυσικά στο ποίμνιό τους. Εκτός αν το σκεπτικό ήταν άλλο· εκτός αν οι επαγγελματικές επιδόσεις των μητροπολιτών αποδείχθηκαν τόσο πολύτιμες για τη χώρα ώστε το κράτος δεν μπορεί παρά να τους επιβραβεύσει γι’ αυτές. Σ’ αυτή την περίπτωση, καλό θα ήταν να μάθουμε κι εμείς που χρηματοδοτούμε την Εκκλησία υποχρεωτικά, πώς ακριβώς αιτιολογείται ο διπλασιασμός της δαπάνης υπέρ των ύπατων λειτουργών της. Μετρήθηκε με κάποιο αξιόπιστο εργαλείο η παραγωγικότητά τους;
Η προφανής σκοπιμότητα
Οι καχύποπτοι θα πουν ότι η αύξηση στις απολαβές των μητροπολιτών δεν είναι τυχαία ούτε ως προς το περιεχόμενο ούτε ως προς τον χρονισμό της. Θα πιθανολογήσουν ότι ο προεκλογικός αγώνας προϋποθέτει την αξιοποίηση παραδοσιακών δικτύων επιρροής, στα οποία η Εκκλησία κατέχει ομολογουμένως τα πρωτεία. Επιπλέον, θα αναλογιστούν τη ρήξη που επέφερε το νομοσχέδιο για τον «ομόφυλο γάμο» στις σχέσεις κυβέρνησης – Εκκλησίας και, εύλογα, θα εικάσουν ότι η επανόρθωση των σχέσεων απαιτεί ένα είδος αποζημίωσης, ώστε και πίκρες να μη μείνουν και η πολιτική λειτουργία των ιερέων να συνεχίσει να αποδίδει τους προπαγανδιστικούς καρπούς της απρόσκοπτα. Το περίεργο είναι ότι η κυβέρνηση δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη διάψευση της καχυποψίας αυτής. Δεν ενδιαφέρθηκε καν να τηρήσει τα προσχήματα ή να διασκεδάσει τις εντυπώσεις. Τα απανωτά σκάνδαλα φαίνεται πως έχουν δημιουργήσει ένα προηγούμενο πολιτικού κυνισμού που καταργεί από τη ρίζα της την ανάγκη για στοιχειώδη πολιτική λογοδοσία, εκείνη που υπό φυσιολογικές συνθήκες προκύπτει αυτοματικά όταν η φωλιά της εξουσίας δεν είναι λερωμένη και μια πολιτική επιλογή της τυχαίνει να «σηκώνει» συζήτηση. Αν δεν ανακληθεί ατάκτως, η απόφαση αναμένεται να υλοποιηθεί υπό το γνώριμο μοτίβο σιωπής στο οποίο η κυβέρνηση καταφεύγει κάθε φορά που δεν θέλει να μιλήσει για κάτι άβολο. Υπάρχουν άλλωστε και σημαντικότερα θέματα στη δημόσια σφαίρα, η σταθερότητα της χώρας για παράδειγμα.
Τήβεννος ή άμφια;
Δεν προκαλεί έκπληξη ότι η αντιπολίτευση έχει σε γενικές γραμμές αγνοήσει το ζήτημα. Είναι κατανοητό. Κανένα θέμα σχετικό με τη δύναμη της Εκκλησίας δεν μπορεί να αναλυθεί επαρκώς χωρίς να οδηγήσει νομοτελειακά στη μεγάλη κουβέντα για τη σχέση Εκκλησίας – κράτους, κι αυτό είναι ένα αμήχανο κεφάλαιο που ελάχιστοι αντέχουν να ανοίξουν. Στοιχειώδη κοσμικά ζητούμενα, όπως είναι ο διαχωρισμός της Εκκλησίας από το κράτος και η χρηματοδότησή της από δικούς της πόρους, αποτελούν ταμπού ακόμη και μεταξύ των αυτοαποκαλούμενων προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων. Από την άλλη, βέβαια, δεν θα έπρεπε να εκπλήσσεται ούτε ο πολιτικός κόσμος όταν οι πομπώδεις εξαγγελίες για μεταρρυθμίσεις και πολιτικές τύπου «brain gain» εμπνέουν στους πολίτες μόνο γέλια και χλευασμό. Η κυβέρνηση είχε την ευκαιρία της να αποδείξει κατά πόσον εννοεί αυτά που διακηρύσσει, και την κλώτσησε. Τι θα γινόταν αν, αντί να εστιάσει σε 81 μητροπολίτες, το νομοσχέδιό της εστίαζε σε δέκα κορυφαίους Ελληνες ερευνητές σε ξένα πανεπιστήμια; Αν το χρήμα πήγαινε για μία φορά στην τήβεννο και όχι στα άμφια; Μπορεί οι επιστήμονες επιτέλους να επέστρεφαν. Τώρα, δεν θα το σκεφτούν καν.

