Γιατί φτιάχνονται νέα κόμματα;

3' 28" χρόνος ανάγνωσης

Υπήρχε μια εποχή που το δύσκολο ερώτημα ήταν το αντίστροφο: Πώς γινόταν να αλλάζουν τα πάντα γύρω μας –η οικονομία, η θρησκευτικότητα, η ίδια η σύνθεση των κοινωνικών τάξεων– και τα κομματικά συστήματα να μένουν ακίνητα; Η απάντηση είχε ένα όνομα – η παγιωμένη υπόθεση εργασίας (freezing hypothesis). Τα κόμματα της Ευρώπης, έλεγαν οι κλασικοί, δεν ήταν παρά απολιθώματα μιας ιστορικής συγκυρίας. Μιας στιγμής κατά την οποία το καθολικό δικαίωμα ψήφου συνέπεσε –όχι τυχαία– με την άνθηση του εργατικού κινήματος και πάγωσε στη μορφή των πρώτων μαζικών κομμάτων τη σημαντικότερη διαιρετική τομή της εποχής: την κοινωνική τάξη. Ο,τι ήρθε μετά βρήκε το σύστημα ήδη χτισμένο, με ισχυρά αντανακλαστικά και μια δυναμική ιστορικής αδράνειας.

Πίσω από αυτήν τη σχεδόν αξιωματική παρατήρηση υπήρχε μια ολόκληρη ακολουθία, που περιέγραψαν εύγλωττα ο Πίτερ Μάιρ με τον Στέφανο Μπαρτολίνι. Η κοινωνική διαίρεση γεννιέται πρώτα ως αντικειμενική κοινωνική υπόσταση. Στη συνέχεια αποκτά συνείδηση και γίνεται ταυτότητα. Και μόνο στο τέλος μετατρέπεται σε οργάνωση και κόμμα. Πρώτα η τομή, μετά η ταυτότητα, τελευταία η εκπροσώπηση. Το κόμμα ήταν το ίζημα μιας κοινωνικής πραγματικότητας που είχε ήδη ωριμάσει.

Ολα αυτά τα έχει εν πολλοίς διαψεύσει η ίδια η Ιστορία. Εδώ και δεκαετίες τα κομματικά συστήματα είναι το αντίθετο του σταθερού. Νέα κόμματα ξεφυτρώνουν διαρκώς, αριστερά και δεξιά – μεταφορικά και μη. Για να εξηγηθεί αυτή η αλλαγή, πολλοί στράφηκαν στον Γουίλιαμ Ράικερ. Η ραϊκεριανή λογική αντιστρέφει τη σειρά. Δεν έρχεται το κόμμα να εκφράσει ένα προϋπάρχον κοινωνικό ρήγμα. Είναι ο πολιτικός entrepreneur που δημιουργεί ο ίδιος ένα νέο ζήτημα προκειμένου να διαιρέσει έναν υπάρχοντα συνασπισμό και να διεκδικήσει χώρο μέσα στο πολιτικό σύστημα. Η ταυτότητα δεν προηγείται του κόμματος· την κατασκευάζει το κόμμα. Κάπως έτσι εμφανίστηκε η λαϊκιστική Δεξιά και πλήθος άλλων ανένταχτων σχηματισμών. Αυτά τα νέα κόμματα είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: Εδιναν όλο το βάρος στον/στην αρχηγό –στο πώς αυτός ή αυτή θα μετέφερε το μήνυμα– και πολύ λιγότερο στις κομματικές δομές. Ηταν ώς ένα βαθμό μια λογική προσαρμογή σε μια εποχή που η κομματική συμμετοχή υποχωρούσε και η τεχνολογία επέτρεπε την απευθείας επικοινωνία με τον ψηφοφόρο, χωρίς τη διαμεσολάβηση των μελών.

Το μαζικό κόμμα του 20ού αιώνα γεννιόταν από μια οργανωμένη κοινωνική βάση και στη συνέχεια αποκτούσε ηγεσία. Το νέο κόμμα γεννιέται από την ηγεσία και αναζητεί εκ των υστέρων τη βάση που θα τη νομιμοποιήσει.

Εδώ εμφανίζεται μια σημαντική ασυμμετρία: το κόμμα entrepreneur δεν είναι εξίσου συμβατό με την Αριστερά όσο με κόμματα που δεν ανήκουν στην Αριστερά. Και αυτό γιατί ειδικά στην Αριστερά η νομιμοποίηση περνά υποχρεωτικά μέσα από την εικόνα της συλλογικής κινητοποίησης. Ενας δεξιός λαϊκιστής αρχηγός μπορεί να σταθεί μόνος· ένας αριστερός αρχηγός χωρίς ορατή βάση μοιάζει με αντίφαση. Αυτό το βλέπουμε, για παράδειγμα, και στην ΕΛΑΣ, που μοιάζει να επιστρέφει στη γλώσσα των οργανωτικών δομών, της μαζικής συμμετοχής, των διαδικασιών «από τα κάτω». Αυτό το προφίλ μοιάζει εκ πρώτης όψεως να σηματοδοτεί μια επιστροφή στο μαζικό κόμμα. Μόνο που εδώ υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά. Το μαζικό κόμμα του εικοστού αιώνα γεννιόταν από μια οργανωμένη κοινωνική βάση και στη συνέχεια αποκτούσε ηγεσία. Το νέο κόμμα γεννιέται από την ηγεσία και αναζητεί εκ των υστέρων τη βάση που θα τη νομιμοποιήσει. Η συμμετοχή δεν λειτουργεί πλέον κυρίως ως παραγωγικός πόρος. Λειτουργεί περισσότερο ως πιστοποίηση, ως απόδειξη ότι πίσω από ένα πρόσωπο υπάρχει μια συλλογικότητα. Οσο λιγότερο απαραίτητη γίνεται η οργάνωση για τη λειτουργία του κόμματος, όσο μικρότερη γίνεται η απειλή για την καθεδρία της κομματικής ηγεσίας μιας ευρείας βάσης μελών και οργάνων, τόσο πιο χρήσιμη γίνεται για τη νομιμοποίησή του. Η ακολουθία των Μάιρ/Μπαρτολίνι μοιάζει να έχει γυρίσει ανάποδα.

Βλέποντας την κομματική ταυτότητα και κινητοποίηση να μειώνεται, ο Πίτερ Μάιρ αναρωτιόταν στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα αν οδεύουμε προς μια δημοκρατία χωρίς κόμματα. Φαίνεται πως η Ιστορία είχε διαφορετικά σχέδια. Τα κόμματα δεν εξαφανίζονται. Μεταλλάσσονται. Η ανάγκη πολιτικής νομιμοποίησης εξακολουθεί, ειδικά στην Αριστερά, να περνά μέσα από την εικόνα της συλλογικής κινητοποίησης, ακόμη κι όταν η κινητοποίηση δεν είναι πλέον λειτουργικά αναγκαία. Κι έτσι, την ώρα που περιμέναμε το τέλος των κομμάτων, μας προέκυψε κάτι ίσως πιο παράδοξο: το (αριστερό) κόμμα που μαθαίνει να υποδύεται τον εαυτό του.

*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT