Οποτε κι αν διεξαχθούν εκλογές, είτε οι κάλπες στηθούν το φθινόπωρο είτε την άνοιξη του 2027, το βασικό πολιτικό διακύβευμα δεν αλλάζει: Σε μια εποχή διεθνών αναταράξεων, γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων και οικονομικών προκλήσεων, το αίτημα της πολιτικής σταθερότητας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Αυτό δεν αποτελεί ένα επικοινωνιακό σύνθημα, αλλά μια πραγματική ανάγκη για μια χώρα που γνωρίζει από πρώτο χέρι πόσο ακριβά πληρώνονται οι περίοδοι παρατεταμένης αστάθειας. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, παρά τη φθορά που αναπόφευκτα προκαλεί η πολυετής άσκηση εξουσίας, εξακολουθεί να διατηρεί μια σημαντική απόσταση από τον δεύτερο. Μια απόσταση που ενώ της εξασφαλίζει πολιτική υπεροχή, ταυτόχρονα δημιουργεί ένα παράδοξο. Στερεί από τη Ν.Δ. και τον πρωθυπουργό τη δυνατότητα να διαμορφώσουν ένα έντονα πολωτικό περιβάλλον και να χαράξουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές στο εκλογικό σώμα. Ο σχεδιασμός του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι οριστικός, καθώς θα αξιολογήσει τα δεδομένα περί το τέλος του καλοκαιριού και αναλόγως θα αποφασίσει. Αν όλα έχουν πάει σχετικά καλά και οι αριθμοί τον ευνοούν, τότε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα στηθούν κάλπες στο τέλος Σεπτεμβρίου ή στις αρχές Οκτωβρίου. Μια πρώτη αίσθηση για τους αριθμούς θα υπάρχει στο τέλος Ιουνίου, αλλά πιο καθαρή εικόνα σίγουρα τον Σεπτέμβριο. Εως τότε θα αναζητούνται τρόποι ώστε η πολιτική αντιπαράθεση να επικεντρωθεί σε ισχυρές αντιπαραθέσεις και καθαρά διλήμματα.
Σήμερα η αντιπολίτευση με την πολυδιάσπασή της μοιάζει αδύναμη να προσφέρει ένα συνεκτικό εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης και με δυσκολία οριοθετούνται οι στόχοι της, εκτός του αυτονόητου «να φύγει ο Μητσοτάκης». Ετσι, η πολιτική σύγκρουση καταλήγει συχνά να περιορίζεται σε αποσπασματικές καταγγελίες και σε μια διάχυτη αντικυβερνητική ρητορική η οποία δύσκολα μετατρέπεται σε πειστική πρόταση εξουσίας. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι ασφαλώς ο ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα που έφερε τον Αλέξη Τσίπρα στην πρωθυπουργία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπο με έναν πρωτοφανή πολιτικό ευτελισμό. Η επιστροφή του πρώην πρωθυπουργού μέσω της δημιουργίας ενός νέου κομματικού σχηματισμού δεν αποτελεί απλώς μια προσπάθεια επιστροφής. Συνιστά ταυτόχρονα μια διαδικασία αποδόμησης του ίδιου του χώρου που τον ανέδειξε. Με τρόπο που μοιάζει περισσότερο με προσωπικό εγχείρημα πολιτικής αποκατάστασης παρά με απόπειρα ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς. Ο Αλέξης Τσίπρας οδηγεί τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια εικόνα τραγέλαφου, αφήνοντας έκθετους πολλούς από τους παλιούς συνοδοιπόρους του, ενώ προσπαθεί να στήσει το νέο κόμμα με υλικά κατεδαφίσεως χωρίς ίχνος ντροπής.
Την ίδια στιγμή, για το ΠΑΣΟΚ, το οποίο διαθέτει πρόγραμμα αλλά όχι σαφή κατεύθυνση, η εικόνα δεν είναι λιγότερο προβληματική. Ο Νίκος Ανδρουλάκης δείχνει να δυσκολεύεται να οριοθετήσει με σαφήνεια τις πολιτικές προτεραιότητες του κόμματός του. Η αμηχανία που καταγράφεται σε κρίσιμα ζητήματα και η διαρκής ταλάντευση ανάμεσα στην αυτόνομη πορεία και στην αγωνιώδη παρακολούθηση των εξελίξεων στην ευρύτερη Κεντροαριστερά στερούν από το ΠΑΣΟΚ τη δυνατότητα να κεφαλαιοποιήσει τη φθορά της κυβέρνησης. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό σκηνικό στο οποίο η κυβέρνηση παραμένει κυρίαρχη όχι τόσο λόγω της απουσίας προβλημάτων και καταστροφικών επιλογών, όσο εξαιτίας της αδυναμίας των αντιπάλων της να συγκροτήσουν μια πειστική εναλλακτική πρόταση. Γι’ αυτό και όταν έρθει η ώρα της κάλπης –όποτε αυτή προσδιοριστεί–, το πραγματικό ερώτημα δεν θα αφορά μόνο τα ποσοστά και τους κομματικούς συσχετισμούς. Θα αφορά πρωτίστως το κατά πόσον η χώρα θα μπορέσει να διατηρήσει την πολιτική σταθερότητα που απαιτούν οι περιστάσεις ή αν θα εγκλωβιστεί σε έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας, με πρωταγωνιστές κόμματα που ακόμη αναζητούν ταυτότητα, προσανατολισμό και, κυρίως, λόγο ύπαρξης.

