Εταιρείες σε εντελώς κρίσιμα δίκτυα μιλούν πλέον απροκάλυπτα μια γλώσσα ασυδοσίας. Εταιρεία ηλεκτρικής ενέργειας διακηρύσσει στην ιστοσελίδα της «πληρώστε τον λογαριασμό σας χωρίς χρέωση». Χωρίς επιπλέον προμήθεια εννοεί. Δεν το λέμε, αλλά το έχουμε συμφωνήσει (όπου «συμφωνώ» σημαίνει «αποδέχομαι»): η αυτονομία μας έχει απαλειφθεί. Κάνουμε κλικ στο κουτάκι. Πληρώνουμε το πανάκριβο ρεύμα.
Η τιμή προκύπτει μέσα από μαγικές διεργασίες που το φτωχό μυαλό μας δεν μπορεί να καταλάβει. Η καλή εταιρεία μάς ενημερώνει, όμως, πως δεν έχουμε να κάνουμε με κανένα θλιβερό μονοπώλιο, μπορούμε να πάμε αλλού. Το τρομακτικό είναι πως οι κάτοικοι της χώρας έχουν τόσο απελπιστεί από το ανισοβαρές της σχέσης τους με εταιρείες που διαχειρίζονται κρίσιμα δίκτυα, που έχουν παραιτηθεί από την ιδέα του «shopping». Και γιατί να κάνεις έρευνα αγοράς πια; Να ψάξεις τι; Αν κάποιος έδινε αληθινά φθηνό ρεύμα, θα το ξέραμε. Το ίδιο και εάν κάποια εταιρεία παρείχε όντως «γρήγορο και αξιόπιστο Ιντερνετ σε χαμηλές τιμές».
Η πρόσβαση στο Διαδίκτυο στην Ελλάδα δεν είναι και η καλύτερη. Είναι, όμως, ακριβή, και οι εταιρείες που σου δίνουν το θείο δώρο κάνουν ό,τι θέλουν. Κολλάνε στην πολυκατοικία σου χαρτιά και ανακοινώσεις, μολύνουν το οπτικό σου πεδίο με τις σημαίες τους και τις διαφημίσεις τους και, φυσικά, σου απευθύνονται ευγενικά, με φράσεις διαλεγμένες από το μονίμως υποτακτικό Gemini, για να σου πουν πως θα σκάψουν τη γειτονιά. Αν καθυστερήσεις στην εξόφληση, δικαιούνται να διακόπτουν την υπηρεσία και μετά να επιβάλλουν χρεώσεις επανασύνδεσης (που τις λένε τέλη, όχι κρυφές χρεώσεις). Οι «όροι» είναι τόσο μονομερείς και αδιαπραγμάτευτοι, που προτιμάς να λουφάξεις. Κάθε τρεις και λίγο σού λένε να «αναβαθμίσεις» την υπηρεσία, δηλαδή να πληρώνεις και κάτι παραπάνω. Ολ’ αυτά για υπηρεσίες που είναι πια σαν το νερό και το ρεύμα – η μη πρόσβαση ισοδυναμεί με εξοστρακισμό. Γίνονται έλεγχοι; Λειτουργεί ο «ανταγωνισμός»; Υπάρχουν ακόμη Ανεξάρτητες Αρχές;
Ο ανταγωνισμός έχει μετατοπιστεί προς τα κάτω. Αντί ν’ ανταγωνίζονται οι εταιρείες μεταξύ τους, ανταγωνιζόμαστε εμείς μεταξύ μας για λόγους επιβίωσης. Μαγική είναι, όμως, και η μετατόπιση της αρχής της διαφάνειας. Δεν ξέρουμε τι μας χρεώνουν και τι περιθώρια αλλαγής της σύμβασης υπάρχουν, ξέρουμε, όμως, πως σε οποιαδήποτε διάδρασή μας με τους παρόχους κρίσιμων υπηρεσιών πρέπει ν’ αποδεικνύουμε την αθωότητά μας.
Το πιο χαρακτηριστικό είναι οι τράπεζες. Οχι μόνον η αρχιτεκτονική του φυσικού καταστήματος, αλλά και ο σχεδιασμός των ψηφιακών τους εφαρμογών είναι τέτοιος που σε κάνει να νιώθεις πως φταις, πως δεν θα έπρεπε να ενοχλείς την τράπεζα και πως σε κάθε περίπτωση οφείλεις να αποδείξεις την αθωότητά σου. Σε ό,τι αφορά τα προσωπικά σου δεδομένα στα οποία οι τράπεζες απαιτούν απρόσκοπτη πρόσβαση, «ισχύουν όροι και προϋποθέσεις» – εάν δεν συμφωνείς, η εφαρμογή απλώς δεν σου επιτρέπει να πας παρακάτω, να κάνεις, δηλαδή, μία συναλλαγή. Στα προστάγματά της είσαι ελεύθερος να υπακούς. Η σύγκριση των εφαρμογών των ελληνικών τραπεζών με ξένες φυσικές ή διαδικτυακές τράπεζες είναι για κλάματα.
Πουθενά δεν μπορείς να κάνεις όπως σου καπνίσει, όμως πουθενά αλλού δεν χρησιμοποιείται τέτοια εταιρική γλώσσα ελευθερίας και αυτονομίας, για να περιγράψει ένα πυκνό δίχτυ επιτήρησης και κλήσης σε απολογία, επειδή δεν θέλεις τη νέα προσφορά, δεν ανανέωσες τα στοιχεία σου, δεν κατέβασες την πιο πρόσφατη εκδοχή της εφαρμογής κ.λπ.
Η ψηφιοποιημένη εταιρική γραφειοκρατία δεν εκπληρώνει νομοτελειακά όσα υπόσχεται (παρόλο που έχει, οπωσδήποτε, επιτρέψει την επιτάχυνση των συναλλαγών). Οι χρεώσεις (κρυφές και φανερές) παρουσιάζονται μέσα στο ψηφιακό σαν θέσφατα, όχι σαν αποτελέσματα υπολογισμένων ενεργειών εμπόρων. Είναι εντολές ενταγμένες στον ιστό μιας αλγοριθμικής δομής: δεν υπάρχει «δεν θέλω», υπάρχει επόμενο βήμα, έξοδος ή σφάλμα δικτύου. Τι αντίβαρα υπάρχουν στην τεράστια εξουσία των δημιουργών τέτοιων δομών;

