Αυτές τις ημέρες το υπουργείο Περιβάλλοντος παρουσιάζει δύο «ειδικά χωροταξικά πλαίσια» για τον τουρισμό και την ανανεώσιμη ενέργεια, ενώ αναμένεται ένα τρίτο για τη βιομηχανία. Τα κείμενα αυτά φιλοδοξούν να αποτυπώσουν τις στρατηγικές αναπτυξιακές επιλογές της πολιτείας και να πραγματώσουν τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 24.2 Σ για «χωροταξία». Ο σχεδιασμός του χώρου συνιστά προαπαιτούμενο ώστε να διασωθεί το φυσικό περιβάλλον και να εξασφαλισθεί βιώσιμη ανάπτυξη. Αλλά πόσο ειλικρινά τον επιθυμούμε, κυβερνώντες και κυβερνώμενοι;
Αν πιστέψει κανείς τις έρευνες, οι Ελληνες δηλώνουμε οικολογικά ευαίσθητοι. Καλωσορίζουμε τα μέτρα για την αρκούδα της Πίνδου ή για καθαρά ποτάμια. Αντιστεκόμαστε όμως στον πολεοδομικό και στον χωροταξικό σχεδιασμό διότι οι συγκεκριμένες πολιτικές περιορίζουν την ακραία εκμετάλλευση της ιδιοκτησίας μας. Το φαινόμενο εξηγείται ιστορικά. Σε μια ταραγμένη χώρα, με πληθώρα αναξιοπαθούντων (άκληροι αγρότες, πρόσφυγες, εσωτερική μετανάστευση), η κοινωνική σύγκλιση προχώρησε με πατέντες οι οποίες αντιστρατεύονται την ορθολογική οργάνωση του χώρου: καταπατήσεις, αυθαίρετα, ανέγερση πολυκατοικιών με «αντιπαροχή», εκτός σχεδίου δόμηση, εγκατάσταση παραγωγικών μονάδων χωρίς ευρύτερο σχεδιασμό. Οι πατέντες αυτές καλλιέργησαν μια διάχυτη κουλτούρα ανοχής και αναρχίας, η οποία δύσκολα ξεριζώνεται. Ακόμη χειρότερα, τρέφει το πελατειακό κράτος και τρέφεται από εκείνο.
Στο ελληνικό πελατειακό σύστημα, η δυσανεξία στη χωροταξία είναι καθετοποιημένη και αμφίδρομη. Τη μοιράζονται όλοι: αιρετοί πάτρωνες, μεσάζοντες κάθε μορφής, οικονομικά συμφέροντα ολιγαρχικού τύπου, διπρόσωποι πολίτες/πελάτες που απαιτούν πολεοδομική νομιμότητα μόνον αν δεν αφορά τη δική τους ιδιοκτησία. Με τον χωροταξικό σχεδιασμό το κράτος αυτοδεσμεύεται για το ποιες «χρήσεις γης» επιτρέπονται σε μια περιοχή και με ποια ένταση μπορούν να αναπτυχθούν. Τούτο ενοχλεί τους πάτρωνες, γιατί κλειδώνει με επιστημονικό τρόπο τα περιθώρια αξιοποίησης. Εάν το σχέδιο αποφανθεί ότι ένα τμήμα της ελληνικής επικράτειας δεν προσφέρεται για να υποδεχθεί βιομηχανίες, γήπεδα γκολφ ή έστω να δομηθεί, ο υπουργός δεν θα ικανοποιήσει τον φίλο επιχειρηματία, τον Αραβα επενδυτή ή τους ψηφοφόρους της περιφέρειάς του. Η στάση των πολιτών είναι προϊόν θεσμικής δυσπιστίας και απελπισμένου οπορτουνισμού. Δεν πιστεύουν ότι η Ελλάδα θα εφαρμόσει δίκαιες πολιτικές οργάνωσης του χώρου. Οπότε διεκδικούν προνομιακή μεταχείριση για τον εαυτό τους μέσω ρουσφετιών. Οσο για το οικοσύστημα των «ενδιαμέσων», χρειάζεται ρυθμιστική θολούρα και παραθυράκια για να ευδοκιμήσει. Συνεπώς, δεν είναι τυχαίο ότι η συνταγματική αναφορά στη χωροταξία παρεπέμπετο για δεκαετίες στις ελληνικές καλένδες. Ευτυχώς, βρέθηκε το «κακό» ΣτΕ να την απαιτήσει στο γύρισμα του προηγούμενου αιώνα. Και πάλι, τα σχέδια παρέμεναν ατελή, ακυρώνονταν δικαστικά (όπως εκείνο του 2013 για τον τουρισμό) ή καταντούσαν ανεπίκαιρα.
Τα χωροταξικά κείμενα που εκπονούνται στην παρούσα συγκυρία προσφέρουν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να θεραπευθούν διαχρονικά ελλείμματα σχεδιασμού, που ζημιώνουν την Ελλάδα οικολογικά και αναπτυξιακά. Θα σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων; Ο κλάδος του τουρισμού συμβάλλει σήμερα περίπου στο ένα τρίτο του ΑΕΠ, είναι όμως αμφίβολο αν η χώρα μας ωφελείται από μια τόσο «μονοποικιλιακή» οικονομία. Σε κάθε περίπτωση, το χωρικό πλαίσιο για την ανάπτυξή του οφείλει να θέσει σαφή κριτήρια αλλά και όρια, αποφεύγοντας τις γενικόλογες, ανούσιες ή ισοπεδωτικές περιγραφές. Διαφορετικές προκλήσεις αντιμετωπίζει ο σχεδιασμός για τις ΑΠΕ και τη βιομηχανία. Για τις πρώτες, είναι καίριο να εξισορροπηθεί η παραγωγή με τις ανάγκες σε μεταφορά και αποθήκευση ενέργειας, μειώνοντας παράλληλα το οικολογικό αποτύπωμα. Για τη δεύτερη, προτεραιότητα αποτελεί η βιώσιμη διατήρηση της παραγωγής στον ελλαδικό χώρο, κατά προτεραιότητα στους υφιστάμενους βιομηχανικούς πόλους, με καλύτερες περιβαλλοντικές και ανθρακικές προδιαγραφές.
Τα διλήμματα του σχεδιασμού που βρίσκεται σε εξέλιξη δεν είναι μόνο κρίσιμα· μας αφορούν όλους. Η εικόνα της Ελλάδας για την επόμενη δεκαετία –είτε πρόκειται για το φυσικό περιβάλλον είτε για τις προοπτικές της οικονομίας– εξαρτάται από τα συγκεκριμένα σχέδια και τον τρόπο που θα εφαρμοστούν στην πράξη. Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα, όταν οι στρατηγικές επιλογές αγγίξουν τα κατά τόπους συμφέροντα, μικρά ή μεγάλα. Η ειλικρινής υποστήριξη της χωροταξίας διαχωρίζει τον ενεργό πολίτη ή επιχειρηματία από εκείνον που αναπαράγει το τέλμα του πελατειακού συστήματος. Ας μη γελιόμαστε. Για κάθε τι που θα χτιστεί ή γκρεμιστεί, για κάθε δέντρο που θα κοπεί ή γεννηθεί, είμαστε έως ένα βαθμό συνυπεύθυνοι.
*Ο κ. Γιώργος Δελλής είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή Αθηνών.

