Μπορεί στις δεκαετίες που μεσολάβησαν ο «Αγνωστος πόλεμος» να κλείστηκε στα ντουλάπια (μεταφορικά, γιατί από τα 226 επεισόδια που προβλήθηκαν διασώζεται μισό…), να όμως που ο πρόσφατος θάνατος του Αγγελου Αντωνόπουλου τον επανέφερε στο προσκήνιο. Η πρώτη, αχνή, ανάμνηση ήταν ο ιδιότυπος συναγερμός που σήμαινε σε σπίτια, σημεία και γειτονιές όπου υπήρχαν τηλεοράσεις. Αρχές δεκαετίας του ’70 οι συσκευές δεν κάλυπταν τη ζήτηση. Η θεαματικότητα υπερέβαινε το 80%. Νέκρωναν τα πάντα την ημέρα της μετάδοσης της σειράς του Νίκου Φώσκολου (σε σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη), για να παρακολουθήσουν από την τότε ΥΕΝΕΔ τις περιπέτειες του συνταγματάρχη Διαγόρα Βαρτάνη, που υπηρετεί στο γραφείο αντικατασκοπείας στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Αγγελος Αντωνόπουλος επαναλάμβανε συχνά στις συνεντεύξεις του ότι η δημοτικότητά του εκτοξεύτηκε ακαριαία με τη σειρά και οι θεατές στο θέατρο όπου εμφανιζόταν του πετούσαν γαρδένιες στη σκηνή! «Η μεγάλη επιτυχία οφειλόταν στη στιγμή που ξεφύτρωσε ο “Αγνωστος πόλεμος”», εξηγούσε. «Ερχονταν στο καμαρίνι του θεάτρου άνθρωποι να με βρουν και μου μιλούσαν για το επεισόδιο της προηγούμενης βραδιάς, που ήταν η τάδε μάχη της Αλβανίας, στο τάδε ύψωμα. “Ημουν εκεί”, μου έλεγαν. Οι θεατές αυτής της ιστορίας είχαν βιώσει τα γεγονότα. Εκεί αποδίδω και τη μεγάλη απήχηση που είχε η σειρά».
Νέο μέσο η τηλεόραση, πολλαπλασίασε και μεγαφώνησε την αφήγηση, προκάλεσε ταυτίσεις, συγκίνηση και, αναμενόμενο, αντιδράσεις, εκ των υστέρων, καθώς προβαλλόταν στη διάρκεια της δικτατορίας. Οχι μόνο δεν λογοκρίθηκε, αλλά περιβλήθηκε και με αίγλη. Φήμες λένε, μάλιστα, ότι οι ένστολοι όλων των Σωμάτων –και ο ίδιος ο Παπαδόπουλος– ήταν φανατικοί θεατές. Γνωρίζω, δε, ότι ένας εκ των πρωταγωνιστών της σειράς, άνθρωπος που ανήκε στον χώρο της Αριστεράς, κατόρθωσε να επιτύχει ευνοϊκή μετάθεση για τον γιο του όταν κατετάγη, αρχές του ’80, γιατί στο Πεντάγωνο τον υποδέχθηκαν ως συνάδελφό τους. Ο αντίκτυπος λειτουργούσε ακόμη.
Η σειρά μετέτρεψε τον πόλεμο από αφηρημένο ιστορικό γεγονός σε βιωματική εμπειρία. Ηταν η εποχή που η τηλεόραση είχε ακόμη τη δύναμη να ορίζει τον κοινό χρόνο.
Ο «Aγνωστος πόλεμος» προβλήθηκε σε μια περίοδο (1971-1974) κατά την οποία η ελληνική κοινωνία είχε έντονη ανάγκη επαναπροσδιορισμού της συλλογικής μνήμης και ταυτότητας. Τα θέματα της Κατοχής, της Αντίστασης και του εμφυλιακού τραύματος ήταν ζωντανά. Η σειρά εισήγαγε μια δραματοποιημένη, αλλά ταυτόχρονα ιστορικά φορτισμένη αφήγηση, που έδινε πρόσωπο και τροφοδοτούσε με συναίσθημα γεγονότα τα οποία μέχρι τότε αντιμετωπίζονταν αποσπασματικά ή μέσα από ιδεολογικές σκοπιμότητες. Οι χαρακτήρες δεν ήταν μονοδιάστατοι. Ο θεατής δεν έβλεπε μόνο «ήρωες» ή «κακούς», αλλά ανθρώπους παγιδευμένους σε ακραίες συνθήκες. Η σειρά μετέτρεψε τον πόλεμο από αφηρημένο ιστορικό γεγονός σε βιωματική εμπειρία, αξιοποιώντας την κυριαρχία του νέου, τότε, μέσου, δημιουργώντας ένα συλλογικό πολιτισμικό σημείο αναφοράς. Hταν η εποχή που η τηλεόραση είχε ακόμη τη δύναμη να ορίζει τον κοινό χρόνο.
Σήμερα, δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί την ένταση αυτής της εμπειρίας. Υπερπληθώρα επιλογών, καμία σειρά μυθοπλασίας δεν μπορεί να συγκεντρώσει με τον ίδιο τρόπο το βλέμμα μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η διαπίστωση δεν έχει κριτική ή επικριτική χροιά και –προς Θεού– καμία νότα νοσταλγίας. Από τότε μέχρι σήμερα μεσολάβησαν πάνω από 50 χρόνια. Αλλάξαμε αιώνα και εποχή. Πολύ λίγα γεγονότα μπορούν να διαπεράσουν κοινωνικές τάξεις και διαστρωματώσεις, να αποτελέσουν «τόπο» συνάντησης διαφορετικών ανθρώπων. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι πλατφόρμες με ταινίες ή σειρές δεν δημιουργούν κοινότητα αισθημάτων την ίδια στιγμή, καθώς ο καθένας είναι ελεύθερος να επιλέξει την ώρα και την ημέρα της θέασης. Η ετεροχρονισμένη συζήτηση σε παρέες διαδικτυακές ή διά ζώσης, όπως και η αλληλεπίδραση των χρηστών, είναι εντελώς διαφορετικές εμπειρίες από τη μαζική παρακολούθηση μιας τηλεοπτικής σειράς. Ο συγχρονισμός της κοινωνίας στον «Αγνωστο πόλεμο» ήταν ένα άτυπο ρολόι, η στιγμή που μια χώρα συντονιζόταν στο ίδιο μήκος κύματος.
Και μοιραζόταν, ταυτόχρονα, την αλήθεια και το ψέμα, την απάτη ή την αυταπάτη. Με τα λόγια της Χριστίνας Ψάχου (Γκέλυ Μαυροπούλου), αδελφής του Βαρτάνη, συζύγου του λοχαγού Εκτορα Ψάχου (Κώστας Καραγιώργης): «Αυτό που βλέπεις σπάνια είναι κι αυτό που βλέπεις. Ενα γεγονός ή ένα επεισόδιο που άλλο είναι στην πραγματικότητα και άλλο φαίνεται ότι είναι».

