Φανταστείτε να εμφανιζόταν ο σύντροφος ή η σύντροφός σας με ένα τροχόσπιτο και να σας έλεγε «πάμε διακοπές;». Ξέρω ότι η δική μου απάντηση θα ήταν «δεν με ενδιαφέρει εάν διαθέτει πολυτελές μπάνιο, διακοπές σε τροχόσπιτο δεν κάνω». Μετά θα έλεγα και κάτι σαν «και μια στιγμή, τόσα χρόνια που με ξέρεις, πώς φαντάστηκες ότι θα συμφωνούσα σε τροχήλατες διακοπές;».
Ποτέ δεν θα μάθουμε ποια ήταν η αντίδραση της πρώην πρωθυπουργού της Σκωτίας Νίκολα Στέρτζον όταν ο άνδρας της, Πίτερ Μάρελ, εμφάνισε την πολυτελή τροχοβίλα –όπως θα τη χαρακτήριζα– καθώς κόστισε 124.550 λίρες. Μπορεί να του είπε «ω, Πίτερ, θα κάνουμε τις διακοπές των ονείρων μας!» ή «μήπως παραείναι πολυτελής, τι θα πει ο κόσμος;». Δεν θα μάθουμε γιατί η Νίκολα Στέρτζον διατείνεται ότι ποτέ δεν είδε το τροχόσπιτο ούτε το άλλο όχημα, μια Jaguar που αντικατέστησε το παλιό τους Golf, παρκαρισμένο έξω από το σπίτι τους.
Ο Πίτερ Μάρελ πρέπει να υπήρξε υποδειγματικός σύζυγος και η Νίκολα Στέρτζον μια αμελής σύζυγος. Τώρα, φυσικά, διαζευγμένοι. Ο σύζυγος φρόντιζε το σπίτι, αγόραζε καλάθια για τα άπλυτα, ακριβές ανθεκτικές κατσαρόλες και συσκευές που δεν είχα ιδέα ότι υπάρχουν, όπως αυτή που διατηρεί τα φλιτζάνια του καφέ ζεστά. Φρόντιζε για τα μεγάλα αλλά και για τα μικρά, κρέμες χεριών (πολλές), κεριά, αποσμητικά χώρου και σαπούνια. Τίποτα δεν έλειπε ποτέ από το κόκκινο τούβλινο σπίτι τους στη Γλασκώβη.
Ψώνιζε για τον εαυτό του –παπούτσια, συλλεκτικά στυλό, ρολόγια και μια μηχανή για το κούρεμα του γκαζόν– ένα αξεσουάρ (3.000 λίρες) που αγοράζει ένας άνδρας αποκλειστικά για τον εαυτό του. Επαιρνε δώρα και για εκείνη: μια τσάντα, ένα κρεμαστό κόσμημα πάντα ευκρινές στον λαιμό της όταν μιλούσε στην τηλεόραση για τη δύσκολη οικονομική πραγματικότητα και όταν αμφισβητούσε δημοσίως την αξιοπιστία των αντιπάλων της, ένα βιβλίο με τους λόγους της που φαντάζομαι αγοράστηκε ως δώρο για εκείνη.
Κανένα ποσό δεν ήταν μικρό ή αρκετά μεγάλο ώστε να μην μπορεί να εξοφληθεί από το ταμείο του κόμματος SNP στο οποίο ηγείτο η Νίκολα Στέρτζον και ο Πίτερ Μάρελ ήταν γενικός γραμματέας. Τη Δευτέρα που πέρασε, κρίθηκε ένοχος για υπεξαίρεση ποσού που ξεπερνάει τις 400.000 στερλίνες, χρήματα που προέρχονταν από δωρεές των μελών του κόμματος. Μια κατάχρηση που έλαβε χώρα την περίοδο 2010-2022 και μας αφήνει πίσω ένα σκάνδαλο και έναν μεγάλο εξευτελισμό όταν μια ακροαματική διαδικασία μετατρέπεται σε αναλυτική λίστα προσωπικών αγορών (διαθέσιμη στο site του BBC).
Η Στέρτζον ισχυρίζεται ότι δεν είχε γνώση του τι συνέβαινε. Αποκάλυψε επίσης ότι σπανίως κοινωνικοποιούνταν και αραιά πήγαιναν διακοπές. Κάτι που συμβάλλει στο μυστήριο της αγοράς ενός τροχόσπιτου. Ειδικά όταν η μέρα της παραλαβής του συνέπεσε με την παραγγελία τριών ταξιδιωτικών οδηγών «αποδράσεις με έμπνευση στη Σκωτία, στην Ουαλλία και στην Ιρλανδία» από το Amazon.
Οταν παντρεύτηκαν το 2010 ήταν ήδη έντεκα χρόνια μαζί και τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2014, ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος. Δεν είχε κανένα λόγο να αμφιβάλλει, λέει, ή να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά. Δεν είχε καμία υπόνοια γιατί πάντα εκείνος μεριμνούσε για τις αγορές, διαχειριζόταν το σπίτι και είχαν ανεξάρτητους τραπεζικούς λογαριασμούς.
Την πιστεύω, δεν μοιάζει να είναι συνένοχη σε μια οικονομική απάτη. Ηταν μια πολυάσχολη πολιτικός και ταυτόχρονα μια σύντροφος σε μια σχέση που τη βάραιναν τα χρόνια της συνήθειας και της αδιαφορίας. Ηταν παρούσα στο κόμμα και απούσα στο θέαμα της μοναξιάς ενός συζύγου που είχε αγοράσει πέντε κονσόλες Nintendo για να απασχολείται.
Καλή η νοικοκυροσύνη, αλλά περνούν ως απαραίτητες εννέα ηλεκτρικές σκούπες; Και πώς η πρώην πρωθυπουργός της Σκωτίας, Νίκολα Στέρτζον, δεν αναρωτήθηκε γιατί ο φαλακρός σύζυγός της μπήκε στον κόπο να προμηθευτεί δύο Dyson σεσουάρ;
«Μυαλό ξυράφι» την περιέγραφαν στις εφημερίδες, τίποτα δεν της ξεφεύγει, η πολιτικός που έχει εμμονή με τη λεπτομέρεια. Οχι με όλες τις λεπτομέρειες απ’ ό,τι φαίνεται. Εχτισε τη φήμη της πρακτικής, προσγειωμένης, οξύνου πολιτικού που δεν θα αλάτιζε το γεύμα της με περίτεχνο κρυστάλλινο αλατοπίπερο που κοστίζει παραπάνω από 2.000 λίρες. Αλλά πώς μπορείς να μην παρατηρήσεις την ύπαρξη του παράταιρου αντικειμένου πάνω στο τραπέζι;
Ενδεχομένως να μην μπορούσε να κοστολογήσει τα αντικείμενα, αλλά συνήθως παρατηρούμε τον κλεπτομανιακό συνωστισμό όμοιων αντικειμένων. Ναι, πρέπει να βρέχει αρκετά στη Σκωτία, αλλά πώς μπορείς να μη σημειώσεις τις πέντε καινούργιες ομπρέλες; Ναι, πίνετε πολύ καφέ, αλλά μήπως οι τέσσερις μηχανές του καφέ παρκαρισμένες στον πάγκο της κουζίνας είναι υπερβολή; Καλή η νοικοκυροσύνη, αλλά περνούν ως απαραίτητες εννέα ηλεκτρικές σκούπες; Και κάτι τελευταίο: Πώς δεν αναρωτήθηκε γιατί ο φαλακρός σύζυγος μπήκε στον κόπο να προμηθευτεί δύο Dyson σεσουάρ;
Η Στέρτζον, που συμφώνησε αρχικά να συνεργαστεί με την αστυνομία όταν την κάλεσαν να καταθέσει, απαντούσε επί οκτώ ώρες «ουδέν σχόλιον», κάτι που δεν έχουμε οι περισσότεροι στο μυαλό μας ως γόνιμη συνεργασία. Εντονα όμως συγκινημένη η πολιτικός, που τώρα ζει στο Λονδίνο, έδωσε μια συνέντευξη στο BBC και είπε ότι αισθάνεται πως εκτίει ποινή φυλάκισης για εγκλήματα που δεν έχει διαπράξει. Είπε επίσης ότι αρνείται να απολογηθεί για τα εγκλήματα κάποιου άλλου και ότι «πολλές γυναίκες αναγνωρίζουν την κατάσταση όπου εκείνες πρέπει να κατηγορούνται και να είναι υπόλογες για ό,τι έχουν διαπράξει οι άνδρες της ζωής τους».
Αυτή ήταν η απάντησή της. Επαιξε το διπλό φεμινιστικό, προδευτικό χιτ της περασμένης δεκαετίας, τα έριξε στον μισογυνισμό και στις «ασυνείδητες προκαταλήψεις» εναντίον του φύλου της, που την απαλλάσσουν από οποιαδήποτε ευθύνη. Πρέπει να βρούμε έναν άλλον, πιο ευσυνείδητο, όρο, που να τον λέμε «συνειδητή προδιάθεση» εστίασης σε ό,τι ακούσια βολεύει και μας αποδεσμεύει από το να δούμε φρικτά τροχόσπιτα και χρυσά ρολόγια.
Ισως έπρεπε να μην είχε αγνοήσει τον προκάτοχό της, που της είπε όταν ανέλαβε την ηγεσία ότι η συνεργασία με τον σύζυγό της ενδεχομένως να επιφέρει σύγκρουση συμφερόντων. Παρ’ όλα αυτά, πώς μπορεί να μην απολογηθεί στους ψηφοφόρους της για την πλήρη άγνοια σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των πόρων του κόμματός της; Πώς μπορεί να μην ήξερε τίποτα για τον χαρακτήρα του προσώπου που ήταν υπεύθυνος για τους πόρους αυτούς; Πώς δεν κατάλαβε ότι επί δώδεκα χρόνια δεν υπήρχε δικλίδα ασφαλείας; Ο Μάρελ υπέβαλλε τα έξοδα στον εαυτό του και υπέγραφε ο ίδιος γι’ αυτά.
Τώρα που ήρθε στο Λονδίνο, ίσως αρχίσει να παρατηρεί τι συμβαίνει γύρω της και αντιληφθεί τα πράγματα διαφορετικά. Ισως βρει και έναν σύντροφο με λιγότερο μπανάλ γούστο, που θα ανακαλύπτει πιο ενήλικους τρόπους απόδρασης.
*Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει στο Λονδίνο.

