Δεν αντιλαμβάνομαι την κατήφεια του ΠΑΣΟΚ, παρά μόνον αν την εντάξω στην ψυχική κατηγορία «Χαμένες προσδοκίες». Προφανώς όσοι πάσχουν απ’ αυτήν, με προεξάρχοντα τον πρόεδρό του, προσδοκούσαν ότι μετά τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ και τον κατακερματισμό της Αριστεράς σε θραύσματα, το ΠΑΣΟΚ δικαιωματικά θα αναλάμβανε τον ρόλο της ηγεμονικής δύναμης στον χώρο. Ηταν ο ιστορικός του προορισμός κι αν δεν μπόρεσε να τον εκπληρώσει ακόμη, αυτό σίγουρα δεν οφείλεται στις αδυναμίες του. Οφείλεται κατά μείζονα λόγο σε όσους το φθονούν και το εχθρεύονται επειδή φοβούνται τη γοητεία που ασκεί στα πλήθη. Ετσι τουλάχιστον νομίζουν οι άνθρωποι και κλαίνε και οδύρονται για την έλλειψη κατανόησης με την οποία τους αντιμετωπίζει το εκλογικό σώμα στις δημοσκοπήσεις. Κι όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο τραγικά. Πρώτον, του δίνουν τη δυνατότητα να διεκδικήσει την τρίτη θέση, η οποία απέχει μόλις μία θέση από τη δεύτερη, που κι αυτή με τη σειρά της δεν απέχει πάνω από μία θέση από την πρώτη. Αρα, δεν απέχει και πολύ από την υπόσχεση που έδωσε ο κ. Ανδρουλάκης, ότι ακόμη και με μία ψήφο διαφορά θα κάνει κυβέρνηση. Δεύτερον, κοντεύει να απαλλαγεί από την παρουσία του αρχιδούκα των Αθηνών, ο οποίος ετοιμάζεται να αποχωρήσει μάλλον επειδή αισθάνεται ότι η πολιτική του διάνοια δεν μπορεί να μοιραστεί τον ίδιο χώρο με τον κ. Πελεγρίνη. Τρίτον, το ΠΑΣΟΚ δεν είναι προσωποκεντρικό κόμμα, όπως κατήγγειλε ο κ. Ανδρουλάκης ότι είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Απόδειξη ότι η δημοφιλία του είναι χαμηλότερη από αυτήν του κόμματός του.
Το ΠΑΣΟΚ ισχυρίζεται ότι, σε αντίθεση με τους ανταγωνιστές του, έχει πρόγραμμα. Δεν έχω λόγους να το αμφισβητήσω. Ξέρουμε όμως πολύ καλά ότι στην πολιτική δεν φτάνει το πρόγραμμα. Οπως δεν φτάνουν και οι σωστές ιδέες. Πρέπει να υπάρχουν και οι συνθήκες οι οποίες να σε παρακινούν να μάθεις τι λέει αυτό το πρόγραμμα. Κοινώς, να έχεις την περιέργεια να ακούσεις αυτούς που στο προτείνουν. Και, δυστυχώς γι’ αυτούς, το ΠΑΣΟΚ δεν προκαλεί πια καμιά περιέργεια στο εκλογικό σώμα. Αυτήν την περιέργεια για το πώς θα είναι από δω και πέρα που προσπάθησε να καλλιεργήσει ο κ. Τσίπρας τόσα χρόνια, τα κατάφερε έως ένα σημείο, φρόντισε όμως ο ίδιος να τη διαψεύσει μόλις επανεμφανίστηκε. Γενικά οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι η Αριστερά δεν προκαλεί πια καμιά περιέργεια. Την ξέρουμε, την έχουμε ζήσει και οι περισσότεροι που επιμένουν σ’ αυτήν, το κάνουν επειδή δεν θέλουν να παραδεχθούν ότι έκαναν λάθος. Τούτων δοθέντων, αντιλαμβάνομαι τη σκέψη της κ. Διαμαντοπούλου, η οποία βρήκε το υποκατάστατο της περιέργειας στη νοσταλγία. «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια», πρότεινε για σύνθημα. Αφού δεν μπορούμε να πάμε μπροστά, τουλάχιστον ας γυρίσουμε πίσω. Πάντως, εδώ που καθόμαστε δεν βγαίνει τίποτε.

