Οι παρουσιάσεις των νέων κομμάτων έγιναν. Η κυβέρνηση κάνει έναν μίνι ανασχηματισμό με προσανατολισμό, λένε κάποιοι, προεκλογικό. Η διαδικασία για τη συνταγματική αναθεώρηση επισπεύδεται. Οι κινήσεις κουκουλώματος των ανοιχτών σκανδάλων γίνονται πιο επιθετικές και «βιαστικές». Μικρές και μεγάλες κινήσεις στην πολιτική σκακιέρα αποτελούν ενδείξεις ότι, μάλλον, ίσως, οι πολιτικοί σχηματισμοί της χώρας μπαίνουν σε εκλογικό βηματισμό. Μήπως είμαστε ήδη σε προεκλογική περίοδο;
Αν ναι, αξίζει να επισημάνουμε κάτι που κανονικά θα έπρεπε να έχει αλλάξει μετά 16 χρόνια πολιτικοοικονομικοκοινωνικής αναμπουμπούλας, αλλά που, αντίθετα, μοιάζει να παραμένει ίδιο. Ο πολιτικός κόσμος εξακολουθεί να παραμένει ένα κλειστό, απομονωμένο από τον πραγματικό κόσμο περιβάλλον, που διαμορφώνεται κυρίως από μεμονωμένα πρόσωπα, μικρές κλίκες και ιδεολογικές φούσκες που αδυνατούν να επεξεργαστούν καλά ανάγκες, τάσεις και τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας που καλούνται (και διεκδικούν) να εκπροσωπήσουν. Θα εξηγήσω τι εννοώ.
Τα περισσότερα πολιτικά κόμματα λειτουργούν ως σιλό. Τα πολιτικά πρόσωπα συνομιλούν και συνεργάζονται μόνο με ανθρώπους της δικής τους συνομοταξίας. Οχι μόνο στο πλαίσιο της πολιτικής τους δραστηριότητας, αλλά και σε κοινωνικό πλαίσιο. Αυτό δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό της πολιτικής, φυσικά. Οι περισσότερες και οι περισσότεροι από εμάς ζούμε σε φούσκες. Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότερες και οι περισσότεροι δεν συνειδητοποιούν ότι βρίσκονται σε φούσκα. Νομίζουν ότι η φούσκα τους είναι η κοινωνία. Αναμενόμενο σε κάποιο βαθμό. Το ατομικό μας σύμπαν συνίσταται από ανθρώπους που βρίσκονται στα ίδια μέρη, δουλεύουν σε δουλειές συναφείς με τις δικές μας, κινούνται στους ίδιους κύκλους. Η χωρητικότητα του περιγύρου μας έχει όρια. Ο «αριθμός Ντάνμπαρ», το όριο των ουσιαστικών ανθρώπινων σχέσεων που μπορούμε να συνάπτουμε ως κοινωνικές μονάδες, είναι λίγο-πολύ σταθερός σε όλη την ιστορία του ανθρώπινου είδους: 150. Μπορούμε να γνωρίσουμε και να καταλάβουμε αγωνίες, προβλήματα και έγνοιες των ανθρώπων μέσα στη φούσκα μας, τα πράγματα που απασχολούν τους ανθρώπους που λίγο-πολύ μας μοιάζουν, αλλά, αναπόφευκτα, έχουμε λιγότερο καλή εικόνα για το τι γίνεται παραέξω. Κι αυτό δεν είναι ό,τι καλύτερο για την εύρυθμη λειτουργία μιας κοινότητας ανθρώπων, βεβαίως, αλλά είναι μεγάλο πρόβλημα όταν αφορά το πολιτικό μας σύστημα.
Δεν είναι μόνο οι πολιτικοί καθαυτοί, βεβαίως. Ολο το «οικοσύστημα» της πολιτικής στη χώρα μας, που περιλαμβάνει και τους δημοσιογράφους και τους δημόσιους λειτουργούς που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το «σύστημα», είναι υπερβολικά κλειστό. Αρκεί να βρεθείτε (αν υποθέσουμε ότι εσείς, που τα διαβάζετε αυτά, είστε έξω από το «σύστημα») σε μια συζήτηση πολιτικών και δημοσιογράφων, για να καταλάβετε την απόσταση.
Ισως αυτό είναι το ισχυρότερο μήνυμα από τις πρόσφατες παρουσιάσεις των δύο νέων κομμάτων. Ο τόνος, το ύφος και το περιεχόμενο των παρουσιάσεων παραπέμπει σε μικρά, κλειστά γκρουπ ανθρώπων με πολύ συγκεκριμένα κοινά χαρακτηριστικά, που μιλούν μόνο μεταξύ τους και, κυρίως, είναι απολύτως πεπεισμένοι ότι οι ιδέες και τα χαρακτηριστικά τους αντανακλώνται πανομοιότυπα σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας και την αντιπροσωπεύουν. Δεν την αντιπροσωπεύουν.
Από το ιστορικό διάγγελμα του τότε πρωθυπουργού με τη μοβ γραβάτα στο Καστελλόριζο και μετά, το πολιτικό μας σύστημα τινάχτηκε στον αέρα. Το status quo της Μεταπολίτευσης κατέρρευσε και οι δρώντες στην πολιτική είχαν μοναδική ευκαιρία να ξαναχτίσουν ένα νέο σύστημα σχεδόν από την αρχή. Από το 2010 μέχρι σήμερα κόμματα καταστράφηκαν, άλλα κόμματα γεννήθηκαν, γιγαντώθηκαν και ξανακατέρρευσαν, άλλα ανασυντάχθηκαν και επανεμφανίστηκαν αγνώριστα. Ηταν διαδικασία απότομη, βίαιη, άναρχη, αλλά εξελικτική και, τελικά, αποτελεσματική. Σχεδόν τίποτε δεν έχει απομείνει από το προ κρίσης πολιτικό σύστημα. Αλλά το νέο που διαμορφώνεται δεν είναι καλό. Η ευκαιρία δεν αξιοποιήθηκε. Τίποτε δεν δείχνει ότι οι νέες πολιτικές δομές που εμφανίστηκαν και εξακολουθούν να εμφανίζονται είναι καλύτερες ή καλύτερα προετοιμασμένες να αντεπεξέλθουν στις σύγχρονες ανάγκες.
Και η αιτία, φοβάμαι, είναι αυτή. Το ότι στην Ελλάδα, και την πολιτική ιστορία ακόμα τη γράφουν «οι παρέες». Μικρές κλίκες ανθρώπων με πολύ κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, που νομίζουν ότι εκπροσωπούν πολύ μεγαλύτερες μάζες από ό,τι ισχύει. Επρεπε να έχει γίνει διαφορετικά. Τα κόμματα που θα κληθούν να διαχειριστούν τον κόσμο του 2030 θα έπρεπε να είναι πιο ανοιχτά και πολυσυλλεκτικά. Απεξαρτημένα από απαρχαιωμένες ιδεοληπτικές αγκυλώσεις. Αντ’ αυτού, έχουμε ακόμα σχηματισμούς με τις δομές και τα χαρακτηριστικά της δεκαετίας του 1980 ή δειλά κομματίδια που στοχεύουν μόνο στο να μπουν στη Βουλή για να εισπράττουν την επιχορήγηση, εκπροσωπώντας υποκουλτούρες.
Καθώς ο λαός φαίνεται να απαιτεί το τέλος του δικομματισμού και ένα άλλο επίπεδο πολιτικής ωριμότητας, το πολιτικό μας σύστημα εξακολουθεί να αποτυγχάνει να παρακολουθήσει τι συμβαίνει και να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες. Το μόνο που μοιάζει ικανό να γεννήσει είναι νέες –ολόιδιες με τις προηγούμενες– κλίκες.

