Τελικώς «λεφτά υπάρχουν». Ειδικώς κατά την προεκλογική περίοδο και ειδικότερα για κάποιες ομάδες πληθυσμού, όπως είναι ο αρχιεπίσκοπος, επίσκοποι και τιτουλάριοι· οι τελευταίοι είναι επίσκοποι χωρίς μητρόπολη. Ετσι, η κυβέρνηση στο νομοσχέδιο με τίτλο «Μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης και ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών» κ.λπ. βρήκε μια ομάδα πολιτών να την ενισχύσει παραπάνω.
Το άρθρο 56 του νόμου που έθεσε προς διαβούλευση το υπουργείο Οικονομικών είναι γραμμένο με εκείνη τη στρυφνή γραφειοκρατική γλώσσα, έτσι ώστε να χάνει η μάνα το παιδί και οι φορολογούμενοι να χάνουν τα λεφτά τους. Προβλέπει ότι «α) Οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Μητροπολιτών ορίζονται στο ύψος του ενενήντα τοις εκατό (90%) του ορίου της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί ανωτάτων ορίων αποδοχών. β) Οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Τιτουλάριων Επισκόπων και των Βοηθών Επισκόπων ορίζονται σε ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%) των αποδοχών της περ. α)».
Πόσα είναι αυτά; «Σε σχέση με το ισχύον καθεστώς οι αποδοχές τους υπερδιπλασιάζονται, καταγράφοντας αύξηση που προσεγγίζει το 120%. Η δε αύξηση για τον Αρχιεπίσκοπο διαμορφώνεται χαμηλότερα στο 91,5%»! (Dnews, 3.6.2026). Ετσι, ο βασικός μισθός ενός Μητροπολίτη, που ανερχόταν σε 2.210 ευρώ, θα πλησιάσει εκείνον του γενικού γραμματέα υπουργείου, ήτοι τις 5.150 ευρώ.
Για ποιον λόγο γίνονται αυτές οι αυξήσεις; Θα σας γελάσουμε. Το σχέδιο νόμου δεν συνοδεύεται από αιτιολογική έκθεση για να ξέρουμε γιατί πληρώνουμε. Κάποιος κυνικός Νεοέλλην μπορεί να πει «εδώ, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι πληρώνουμε, εσύ θες να μάθεις και το γιατί;». Σωστό κι αυτό, αφού στο «άρθρο 49 Μισθολογικές προσαυξήσεις δικαστικών λειτουργών» διαβάζουμε: «Η περ. α) και τα εδάφια τέταρτο και πέμπτο της περ. β) εφαρμόζονται αναλόγως και στους πρωτοδίκες ειδικής επετηρίδας του άρθρου 8 του ν. 5108/2024 (Α΄ 65), με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 10 του ίδιου νόμου…» κ.λπ.
Βεβαίως, όπως θα έλεγε και ο κυνικός, «έτσι γινόταν πάντα στην Ελλάδα κατά την προεκλογική περίοδο». Σωστό κι αυτό, αλλά πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι αυτή η κυβέρνηση είναι η πρώτη μετά την κρίση, τότε που όλοι μαζί κάναμε όρκους «ποτέ ξανά…». Δεν αναφερόμαστε στις αυξήσεις για αρχιερείς, δικαστικούς, υπαλλήλους της Βουλής, Ανεξάρτητων Αρχών κ.λπ. Καλοφάγωτα, να ‘ναι κι ας μην καταλαβαίνουμε πόσα είναι. Αλλά ύστερα από μια τέτοια περιπέτεια, δεν μπορέσαμε να αλλάξουμε ούτε τον τρόπο νομοθέτησης έτσι ώστε τουλάχιστον να ξέρουμε τι πληρώνουμε;

