
Κάποτε ήταν όλοι μαζί, σύντροφοι. Ο ΣΥΡΙΖΑ τους χωρούσε άπαντες, ακροαριστερούς, πασοκογενείς αριστερούς, ακόμη και εξεγερμένους δεξιούς που στον αντισυστημισμό του ΣΥΡΙΖΑ βρήκαν ένα υβριδικό καταφύγιο ικανό να δικαιολογήσει παράταιρες συγκλίσεις. Δεν ήταν, όμως, η πολιτική φιγούρα του Αλέξη Τσίπρα που προκάλεσε τη σύμπτωση τόσων ιδεολογικών ταυτοτήτων, αλλά αυτό που ο Αλέξης Τσίπρας ενσάρκωνε: η προοπτική εξουσίας με όρους «κάθαρσης» όχι μόνο για τους εξουσιαζόμενους, αλλά και για τους εξουσιάζοντες· ο Τσίπρας του 2015 έδωσε σε μια ομάδα προσώπων το προνόμιο να ασκήσουν πολιτική, χωρίς να υφίστανται τα βάρη της ιδιότητας του πολιτικού· χωρίς να προπηλακίζονται στον δρόμο ή να ανταποκρίνονται σε συμβατικές κοινωνικές απαιτήσεις. Αλλωστε το λαϊκό αίτημα τότε ήταν η ρήξη και το χάος. Ομως η εποχή εκείνη τελείωσε, ο Τσίπρας παραιτήθηκε από την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ και η ζωή συνεχίστηκε. Κανείς δεν τα έβαψε μαύρα, ο καθένας πήρε τον δρόμο του, αλλά τώρα οι δρόμοι των παλιών συντρόφων φαίνεται να οδηγούν ξανά στον πρώην πρωθυπουργό. Τι ενσαρκώνει αυτή τη φορά ο Τσίπρας;
Τι τους λείπει
Για να εξεταστεί τι ενσαρκώνει ο Τσίπρας πρέπει να εκτιμηθεί τι δεν ενσαρκώνουν όλα όσα τον διαδέχθηκαν, τόσο σε επίπεδο προσώπων όσο και κομματικών σχηματισμών. Από τον κωμικοτραγικό ΣΥΡΙΖΑ του Κασσελάκη έως το αναιμικό εγχείρημα της Νέας Αριστεράς και τον παραιτημένο ΣΥΡΙΖΑ του Σωκράτη Φάμελλου, αυτό που έλειπε από τη μετατσιπρική Αριστερά ήταν μια πειστική υπόσχεση· ένα επιχείρημα πως η Αριστερά διαθέτει κυβερνητική ατζέντα. Ο Κασσελάκης δεν έπεισε ως αριστερός, η Νέα Αριστερά δεν έπεισε ως κόμμα, ο ΣΥΡΙΖΑ του Φάμελλου δεν έπεισε ότι βρίσκεται εν ζωή. Ούτε όμως ο Τσίπρας είχε συγκεκριμένη λύση στο αδιέξοδο του χώρου: έπρεπε να παραμείνει σιωπηλός για χρόνια, να παραιτηθεί από αξιώματα, να εστιάσει στο προσωπικό του brand και να επανεμφανιστεί σαν μιντιακό θαύμα, για να προκαλέσει ξανά ενδιαφέρον. Αυτό ενσαρκώνει ο Τσίπρας: είναι «παίκτης» σε ένα χώρο πακτωμένο σε δογματισμούς και μεγαλοστομίες. Σε αντίθεση με τους περισσότερους συντρόφους του, ξέρει να «παίζει» το σύστημα και να μαζικοποιεί το αριστερό πνεύμα.
Μάχη επιβίωσης
Η κατάσταση που επικρατεί τώρα στην Αριστερά είναι εξαιρετικά αμήχανη. Η σταδιακή εγκατάλειψη του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς από στελέχη που ελπίζουν να αξιοποιηθούν από τον Αλέξη Τσίπρα στην ΕΛΑΣ μαρτυρά απελπισία αλλά και προβληματικό πολιτικό ήθος. Τίθεται ένα προφανές ζήτημα αξιοπιστίας: Γιατί να πάρει ο Τσίπρας στο καράβι του πρόσωπα που αφήνουν τόσο εύκολα το δικό τους (κάποια εκ των οποίων, μάλιστα, εχθρικά διακείμενα προς τον ίδιο μέχρι πρόσφατα); Γιατί να εμπιστευθούν οι ψηφοφόροι πολιτικούς που αλλάζουν κομματικό προσανατολισμό, άρα και θέσεις, ανάλογα με τη συγκυρία; Επιπλέον, ποια είναι η σωτήρια πολιτική που δεν μπόρεσαν να ασκήσουν στα κόμματα προέλευσής τους, αλλά θα μπορέσουν να ασκήσουν στο κόμμα Τσίπρα όσοι περιμένουν να τους διαλέξει ο πρόεδρος; Ο,τι μοιάζει με ανασυγκρότηση ενός ιδεολογικού χώρου είναι στην πραγματικότητα μια απολίτικη μάχη ατομικής επιβίωσης. Οι πολλά βαρείς ιδεολόγοι δείχνουν πόσο αξίζει η ιδεολογία τους: όσο αξίζει το εκάστοτε μαγαζί που την εμπορεύεται.
Να πέσει η Δεξιά!
Το μελοδραματικό αφήγημα περί ανάγκης πτώσης της Δεξιάς είναι βέβαια αρκετά δημοφιλές στην ελληνική κοινωνία και για πολλούς θεραπεύει τις αντιφάσεις που γεννά η κυκλική ιστορική κίνηση από και προς τον Αλέξη Τσίπρα. «Δεν είναι ώρα να θυμηθούμε ποιος έκανε τι και ποιος έφυγε από πού· αυτό που προέχει είναι να πέσουν η Δεξιά και το “καθεστώς” Μητσοτάκη· χρειάζεται ένα ενιαίο μέτωπο, μια συμπαράταξη, ιδανικά ελληνική και αριστερή». Οταν ο σκοπός είναι τόσο σπουδαίος δεν έχουν σημασία τα μέσα για την επίτευξή του! Αυτό ακριβώς το σκεπτικό, όμως, είναι που οδήγησε την Αριστερά στην τρέχουσα ανυποληψία της. Η μεταμφίεση του κομματικού συμφέροντος σε ιστορική αναγκαιότητα, η πολιτική κινητοποίηση στη βάση του άμεσου κέρδους, η ταύτιση της προσωπικής επιθυμίας με το γενικό καλό, είναι αυτό που έφερε την πτώση της κυβέρνησης Τσίπρα το 2019 και τον κατακερματισμό των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Ποιος φταίει;
Ισως λοιπόν δεν φταίνε η Ακροδεξιά, οι «ακροκεντρώοι» και τα «πουλημένα media» που η Αριστερά αδυνατεί να σηκώσει κεφάλι. Ισως φταίει η ίδια η Αριστερά, που επιλέγει να ασχολείται περισσότερο με τον εαυτό της απ’ ό,τι με την κοινωνία στην οποία απευθύνεται, ενώ συχνά μπερδεύει αυτά τα δύο θεωρώντας ότι τα υπαρξιακά θέματά της είναι θέματα της κοινωνίας (δεν είναι). Το πείραμα Τσίπρα, πάντως, δεν αποκλείεται να ευοδωθεί. Η αδυναμία, όμως, των επίδοξων στελεχών του να ριζώσουν κάπου και να αναλάβουν την ευθύνη όχι μόνο της ελπίδας, αλλά και της ενδεχόμενης ήττας, δυσκολεύει αρκετά τα πράγματα. Τι θα κάνουν μπροστά στο επόμενο μεγάλο εμπόδιο οι φυγάδες της Αριστεράς; Τι θα κάνουν όταν η ΕΛΑΣ τα βρει σκούρα; Θα βρουν μια στομφώδη δικαιολογία για να αποχωρήσουν κι από εκεί· όλο και κάποιος θα τους προσφέρει προσωρινή στέγη.

