Η αποχώρηση από τη ζωή είναι κομμάτι της ζωής. Και γι’ αυτόν που αποχωρεί και γι’ αυτόν που τον συνοδεύει για να τον αποχαιρετίσει. Αν έχεις την τύχη το σώμα σου και το μυαλό σου να μην σε έχουν ταπεινώσει, αν ακόμη τα ελέγχεις, οφείλεις να κρατήσεις την αξιοπρέπειά σου ώς το τέλος. Το ίδιο ισχύει και για όσους σε πενθούν. Οφείλουν κι αυτοί να μη διασύρουν τη σιωπή που υποβάλλει ο θάνατος με τις φωνές τους και τις διάφορες υπερβολές. Ολα αυτά είναι δύσκολο να τα επιτύχεις όταν είσαι διάσημος, όταν δικαιούσαι ένα θάνατο δημοσία δαπάνη, κοινώς όταν το ακροτελεύτιο επεισόδιο της ζωής σου γίνεται υπόθεση του κοινού μας βίου. Ηταν η μεγάλη έκπληξη των ημερών, η πιο ενδιαφέρουσα είδηση, όταν διάβασα ότι πέθανε ο Αγγελος Αντωνόπουλος σε ηλικία 94 ετών. Και είχε ζητήσει ο θάνατός του να μην ανακοινωθεί παρά μόνον μετά την κηδεία του, ώστε το γεγονός να μην το λεηλατήσει η αδηφάγος δημοσιότητα. Να προστατεύσει τον εαυτό του και τους δικούς του από τη σάχλα των δημόσιων δηλώσεων και τον διαγωνισμό των υπερβολών που συνοδεύει τον αποχαιρετισμό των δημόσιων προσώπων. Ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος λέγεται πως όταν έκλεισε τα εκατό έγραψε ο ίδιος τον επικήδειό του και απαίτησε να είναι ο μόνος λόγος που θα εκφωνηθεί μετά την εξόδιο ακολουθία. Σημειωτέον ότι ο Αγγελος Αντωνόπουλος, αν και απαιτητικός και ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός, απόφοιτος της σχολής του Κουν, υπήρξε και λαϊκός ήρωας. Ως αξιωματικός Βαρτάνης στον «Αγνωστο πόλεμο», εκτός του ότι χάραξε την πορεία της ελληνικής τηλεόρασης, απευθύνθηκε στο μεγάλο κοινό. Δεν εκμεταλλεύθηκε ποτέ τη δημοφιλία του για να γίνει πολιτικός, παρότι υποθέτω πολλοί θα τον λιμπίζονταν, και υπηρέτησε την τέχνη του έως αρκετά μεγάλη ηλικία. Τελευταία του επιτυχία, «Ο Μαρξ στο Σόχο», μονόλογος του Χάουαρντ Ζιν.
Ηταν σοφός ο Αγγελος Αντωνόπουλος. Ηξερε πως σ’ αυτόν τον τόπο ούτε να πεθάνεις με την ησυχία σου δεν σ’ αφήνουν. Θυμάμαι το πάθημα του Μάνου Χατζιδάκι. Δεν δέχθηκε να γίνει η κηδεία του δημοσία δαπάνη και ζήτησε να ταφεί σ’ ένα κοιμητήριο στον Υμηττό για να αποφύγει την πολυκοσμία. Την παραμονή ο φίλος Νίκος Ξυδάκης, ο μουσικός, μου είπε ότι η οικογένεια είχε ζητήσει η κηδεία να γίνει σε κλειστό κύκλο. Οπότε αποφασίσαμε την ώρα εκείνη να πιούμε καφέ στο Φίλιον, όπου διηγούμασταν ο ένας στον άλλον ιστορίες από τις κοινές μας εμπειρίες μαζί του. Το βράδυ στις ειδήσεις αισθάνθηκα ντροπή. Ενας χαμός από επωνύμους που σπρώχνονταν και στριμώχνονταν για να μπουν στο εκκλησάκι. Αυτοί δεν ντρέπονταν. Τον φαντάστηκα να σηκώνει το φέρετρο και να τους βάζει τις φωνές, όπως ήξερε να κάνει σε όσους θορυβούσαν στις συναυλίες του. Αυτήν την κατάσταση είχε σαρκάσει ο Τσαρούχης όταν είχε πει: «Φρόντισε να μην πεθάνεις Αύγουστο γιατί δεν πετυχαίνουν οι κηδείες». Ο κόσμος λείπει διακοπές. Η ειρωνεία είναι ότι ο Τσαρούχης πέθανε Αύγουστο.

