Προσπαθώντας από χθες να βαθύνουμε τη συζήτηση για τις γυναικοκτονίες, στρεφόμαστε στο βιβλίο του ιστορικού Maurice Daumas «Τι είναι ο μισογυνισμός;». Ιστορικοί, κοινωνιολόγοι και ψυχαναλυτές «εντυπωσιάζονται που ο έρωτας δεν κατάφερε να παίξει έναν ειρηνευτικό και ρυθμιστικό ρόλο» στις σχέσεις των δύο συζύγων. Γίνεται ο ενδοσυζυγικός εξαναγκασμός να συνδέεται με τις προσδοκίες από τον έρωτα;
Οι αντιλήψεις μας για τον έρωτα και τον γάμο μεταβάλλονται στους αιώνες. Παραδοσιακά, ο γάμος είναι συμβόλαιο. Διευθετεί ζητήματα περιουσιακά, παρέχει νόμιμη προσδοκία εγγύτητας προς ένα ξένο σώμα. Η κοινωνία «μπλεκόταν» περισσότερο στα πόδια του ζευγαριού παλαιότερα (o Daumas κάνει αναφορές σε μεσαιωνικά έθιμα που αφορούν το ξυλοφόρτωμα της συζύγου ή την κοινωνική προσδοκία διαπαιδαγώγησής της από τον μεγαλύτερό της σύζυγο). Για αιώνες οι σύζυγοι ήταν δυο παντελώς άγνωστοι. Σήμερα, ο γάμος είναι ζήτημα ιδιωτικό και επιλογή κατόπιν γνωριμίας. Αμέτρητα προϊόντα της ποπ κουλτούρας θεματοποιούν τη διαδικασία δοκιμής/λάθους (φλερτ, ραντεβού) που ενημερώνει το ξεδιάλεγμα.
Στη συγχρονία μας, ο γάμος είναι συμβόλαιο ερωτικό. Ο έρωτας και όχι η εθιμοτυπία, το προξενιό ή το κίνητρο συγχώνευσης περιουσιών είναι η συγκολλητική ουσία του ζευγαριού. Ακόμη κι όταν τελεί κανείς γάμο συμφέροντος αναγκάζεται να κατασκευάσει και να πιστέψει κάποιο ερωτικό παραμύθι που μετατοπίζει το κίνητρο από το κτηματολόγιο στον κόσμο των συναισθημάτων.
Σήμερα, τα ζητήματα του ζευγαριού είναι δικά του θέματα (δεν μπορούμε, όπως στον 17ο αιώνα, ν’ ασκήσουμε ομαδικό κοινωνικό έλεγχο στον «μαλθακό σύζυγο»). Αυτό δεν σημαίνει, όμως, πως η ζωή του ζευγαριού είναι οπωσδήποτε καλά καμωμένη ή έξω από την κοινωνία. «Το έδαφος του γάμου από έρωτα είναι ιεροποιημένο», γράφει ο Daumas, συνθήκη που μπλοκάρει την κριτική σκέψη. Ο μάγος-έρωτας λύνει αυτόματα, τάχα, τα συζυγικά προβλήματα. Πτυχή της μαγικής του υπόστασης είναι η ικανότητά του να παράγει μυστικά που μερικές φορές είναι σκοτεινά.
Οι γυναίκες επενδύουν πολλά στο ερωτικό συμβόλαιο. «Με τη γενίκευση του γάμου από έρωτα, η συναισθηματική εξάρτηση των γυναικών έγινε μία κοινωνική νόρμα», λέει ο Daumas. Δυσκολευόμαστε να φύγουμε, ακόμη κι αν δεν ευτυχούμε. Πράγματα που καμιά μας δεν θα δεχόταν στη δουλειά, τα δεχόμαστε από τους/τις συντρόφους μας «γιατί ερωτευτήκαμε».
Κανείς δεν ντρέπεται να υπαναχωρήσει από ένα πωλητήριο συμβόλαιο ή μία λέσχη. Είναι, όμως, ακόμη πηγή κρυφής ντροπής η λάθος επιλογή συζύγου, αφού η συγκεκριμένη επιλογή έχει αναχθεί σε αυτοσκοπό, εάν πιστέψουμε τα ποπ τραγούδια, τα σίριαλ, το Χόλιγουντ. Υπερασπιζόμαστε το λάθος (αυτό που οι οικονομολόγοι λένε «πλάνη του μη ανακτήσιμου κόστους», αναφερόμενοι στις επενδύσεις που δεν βγαίνουν, μα τις συνεχίζουμε με ανορθολογικό τρόπο). Η ερωτικοποιημένη καθημερινότητα συγχωρεί τέτοια λάθη – τα ρομαντικοποιεί κιόλας. «Στο πάθος όλα συγχωρούνται», άλλωστε ο γάμος παρουσιάζεται σαν κορωνίδα της συναναστροφής με το άλλο (ή και το ίδιο πια) φύλο. Τα λαϊκά τραγούδια μάς μαθαίνουν στον έρωτα να μη λογαριάζουμε χασούρα.
Το διαζύγιο είναι νόμιμο, η αποχώρηση από την κακοποιητική συζυγική στέγη νόμιμη κι αυτή. Οι εξαναγκασμοί, όμως, οδηγούν σε εκχώρηση δικαιωμάτων χωρίς διέξοδο (τι θα κάνεις με το παιδί; γιατί τον παντρεύτηκες, χαζή ήσουν; δεν ήξερες τι έπαιρνες;). Προσθέστε και τους χαμηλότερους μισθούς των γυναικών ή το γεγονός ότι αρκετές εγκαταλείπουν την καριέρα, για να τις συντηρεί ο κατάκοπος ιππότης.
Εάν δεν κοιτάξουμε στις οικονομικές ιεραρχίες, τον μισογυνισμό, την Ιστορία του οικογενειακού δικαίου και την έλλειψη αγωγής γύρω από το πώς χτίζουμε και συντηρούμε ανθρώπινες σχέσεις, θα συνεχίσουμε να αναρωτιόμαστε «γιατί δεν έφυγε;» κάθε φορά που βρίσκεται μια σκοτωμένη. Εν τω μεταξύ, κάποιοι/κάποιες εξακολουθούν με ελαφρά καρδιά να ρίχνουν την ευθύνη ανατροπής μίας ολόκληρης κουλτούρας σε μία άλλη γυναίκα, τη μάνα του θύτη.

