Είναι πραγματικά τρομακτικό το πώς ο λαϊκισμός μπορεί εύκολα να διαλύσει ακόμη και πολύ σοβαρές χώρες. Κλασικό πλέον παράδειγμα η Μεγάλη Βρετανία, μία χώρα με ιστορία, θεσμούς, παράδοση και (υποτίθεται) μηχανισμούς από τους οποίους έβγαιναν στιβαροί ηγέτες. Εξι πολιτικοί έγιναν πρωθυπουργοί τα τελευταία δέκα χρόνια και ο σημερινός είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα μας τελειώσει τους επόμενους μήνες. Το σύστημα υγείας δοκιμάζεται ενώ, για πρώτη φορά στην ιστορία της Μ. Βρετανίας, αποδυναμώνεται δραματικά ο κρατικός μηχανισμός, που ήταν παράδειγμα προς μίμηση για την υπόλοιπη Δύση.
Η μεγάλη βρετανική περιπέτεια άρχισε ασφαλώς με το Brexit, το οποίο ήταν προϊόν υπαρκτών προβλημάτων. Ηταν όμως έργο ενός λαϊκιστή ηγέτη που καβάλησε το κύμα της αντίδρασης και ταυτόχρονα εκμεταλλεύθηκε στο έπακρον τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σαν εργαλείο χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Ο Κάμερον άνοιξε την πόρτα του φρενοκομείου με την εξαγγελία του δημοψηφίσματος και ο Τζόνσον οδήγησε τη χώρα του στην καταστροφή. Και οι δύο ήταν προϊόντα ενός «περίφημου» κατεστημένου που γαλούχησε μελλοντικούς φιλόδοξους πρωθυπουργούς σε ιδιωτικά σχολεία, την Οξφόρδη και το Κέμπριτζ. Ο ένας υπερτίμησε την κρίση των ψηφοφόρων, ο άλλος ήταν ο κλασικός ελιτιστής πολιτικός που κάνει καριέρα σαν λαϊκιστής.
Σήμερα η Μ. Βρετανία ταλανίζεται από συνεχείς κρίσεις. Η οικονομία της έχει υποστεί μεγάλη ζημία, τα πανεπιστήμιά της έχουν χάσει τη σημαντική ξένη πελατεία τους. Κανείς δεν την λαμβάνει πολύ στα σοβαρά στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα, γιατί ακόμη και οι ένοπλες δυνάμεις της αποτελούν σκιά του φημισμένου εαυτού τους. Η κυβέρνηση Στάρμερ κάνει ό,τι μπορεί για να καταστρέψει την οικονομία και να διώξει τον πλούτο. Υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν ότι η Μ. Βρετανία θα περάσει μία ακόμη πιο βαθιά κρίση, πιθανότατα με τον Φάρατζ ως πρωθυπουργό, και εν συνεχεία θα αρχίσει να συνέρχεται. Κάποιοι, λίγοι προς το παρόν, προβλέπουν μάλιστα ότι το Εργατικό Κόμμα θα αλλάξει ηγέτη και θα τολμήσει να προτείνει κάποιο μοντέλο επιστροφής στην Ε.Ε. Προς το παρόν, δεν φαίνεται κάτι τόσο αισιόδοξο στον ορίζοντα.
Αυτό που θα πρέπει, όμως, να μας προβληματίσει είναι το πώς μία χώρα σαν τη Μ. Βρετανία μπήκε σε ένα τόσο ολισθηρό μονοπάτι. Πόσο εύκολα λύγισε στο τσουνάμι του λαϊκισμού και πόσο αδύναμα φάνηκαν όλα τα αναχώματα στην επέλασή του. Αν ένας λαός σαν τον βρετανικό αποφάσισε να «αυτοκτονήσει», ας αναλογιστούμε πόσο πιο εύκολο θα ήταν για ένα λαό που παραδοσιακά παθιάζεται με ιδιαίτερη ευκολία. Στη δική μας περίπτωση, βεβαίως, αυτό που μας σώζει είναι ότι, σε αντίθεση με τους Βρετανούς, άλλα λέμε, άλλα εννοούμε και άλλα κάνουμε. Σκεφθείτε, δηλαδή, να πάσχαμε από το βρετανικό πείσμα και να επιμέναμε ότι το «Οχι» του 2015 σήμαινε «Οχι» και όχι «Ναι» με χρονοκαθυστέρηση λίγων ημερών…

