Η αυταρχική Τουρκία και οι ελληνικές αυταπάτες

Η αυταρχική Τουρκία και οι ελληνικές αυταπάτες

3' 19" χρόνος ανάγνωσης

Τα πρόσφατα γεγονότα στην Τουρκία δεν αποτελούν απλώς ακόμη ένα επεισόδιο στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση της γειτονικής χώρας. Η δικαστική παρέμβαση στην ηγεσία του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, η αστυνομική πίεση κατά της αντιπολίτευσης και η ευρύτερη συρρίκνωση του πολιτικού πλουραλισμού επιβεβαιώνουν ότι η Τουρκία απομακρύνεται ολοένα περισσότερο από τις αρχές του κράτους δικαίου και της θεσμικής κανονικότητας. Για την Ελλάδα αυτή η εξέλιξη δεν έχει μόνο θεωρητικό ή αξιακό ενδιαφέρον. Εχει άμεση στρατηγική σημασία.

Η Τουρκία έχει εδώ και καιρό εγκαταλείψει την προοπτική του εξευρωπαϊσμού. Ο Ερντογάν δεν επιθυμεί μια Τουρκία που θα δεσμεύεται από το ευρωπαϊκό κεκτημένο, από ανεξάρτητους θεσμούς, από κανόνες λογοδοσίας και από περιορισμούς στην άσκηση της κρατικής εξουσίας. Από την άλλη, ούτε η Ε.Ε. φαίνεται να θέλει ή να μπορεί να ενσωματώσει μια Τουρκία αυτού του μεγέθους, αυτής της πολιτικής φυσιογνωμίας και αυτής της στρατηγικής αυτοαντίληψης. Ετσι, χάνεται σταδιακά ένα πλαίσιο που, στο παρελθόν, υπήρχε η (όπως αποδείχθηκε φρούδα) ελπίδα ότι θα λειτουργούσε ως αποτελεσματικός μηχανισμός τιθάσευσης της τουρκικής συμπεριφοράς στο διεθνές περιβάλλον – τουλάχιστον έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου.

Ο αυταρχισμός δεν είναι ουδέτερος παράγοντας στην εξωτερική πολιτική. Η συγκέντρωση εξουσίας σε ένα πρόσωπο ή σε έναν στενό κύκλο ανθρώπων, η αποδυνάμωση της θεσμικής λογοδοσίας, η ελαχιστοποίηση των αντίβαρων και η εργαλειοποίηση του εθνικισμού διευκολύνουν τη μετατροπή της εξωτερικής πολιτικής σε μέσο εσωτερικής νομιμοποίησης. Στην περίπτωση της Τουρκίας, αυτό συνδέεται με μια ευρύτερη αντίληψη για τον ρόλο της χώρας στην περιοχή. Ο νεοοθωμανισμός του Ερντογάν δεν αποβλέπει στην ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με εδαφικούς όρους. Αποβλέπει, όμως, στη διαμόρφωση ζωνών επιρροής που θα αντιστοιχούν στην οθωμανική εποχή. Η Τουρκία επιδιώκει να καταστεί ηγεμονική δύναμη στην Αν. Μεσόγειο, στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή και στον Καύκασο. Δεν της αρκεί να είναι ένα ισχυρό περιφερειακό κράτος. Θέλει να είναι σε θέση να διαμορφώνει τους κανόνες του παιχνιδιού – ή, όπου αυτό δεν είναι δυνατό, να τους αμφισβητεί έμπρακτα.

Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να αξιολογηθεί και η συζήτηση στην Τουρκία περί νομοθετικής κατοχύρωσης της «Γαλάζιας Πατρίδας». Είναι αυτονόητο ότι ένας τουρκικός νόμος δεν μπορεί να παράγει διεθνή έννομα αποτελέσματα εις βάρος της Ελλάδας ή της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό, όμως, δεν τον καθιστά πολιτικά αδιάφορο, καθώς, είτε μας αρέσει είτε όχι, κωδικοποιεί και υπογραμμίζει εμφατικά τις τουρκικές αντιλήψεις για την κατανομή δικαιωμάτων και για τον τρόπο άσκησής τους. Το casus belli του 1995 είναι επίσης παράνομο και αντίθετο προς τον Χάρτη του ΟΗΕ. Παρ’ όλα αυτά, εδώ και τρεις δεκαετίες διαμορφώνει συγκεκριμένο ψυχολογικό και πολιτικό περιβάλλον στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν την προοπτική επέκτασης των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12 ναυτικά μίλια. Το ίδιο ισχύει και για το τουρκολιβυκό μνημόνιο που συνήφθη τον Νοέμβριο του 2019 (ίσως δεν το συνειδητοποιούμε, αλλά πέρασαν κιόλας εξίμισι χρόνια από τότε…). Η νομική του αδυναμία δεν εμπόδισε την Αγκυρα να το χρησιμοποιεί ως διπλωματικό και στρατηγικό σημείο αναφοράς.

Η πολιτική των «ήρεμων νερών» είναι, ασφαλώς, καλοδεχούμενη. Η αποκλιμάκωση μειώνει τον κίνδυνο ατυχήματος, επιτρέπει την ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας και δημιουργεί ένα περιβάλλον πιο διαχειρίσιμο. Δεν πρέπει όμως να εκλαμβάνεται ως μεταβολή των στρατηγικών προσανατολισμών της Τουρκίας, καθώς η Αγκυρα δεν έχει εγκαταλείψει τις διεκδικήσεις της.

Αθεμελίωτη είναι και η αντίληψη ότι η αποχώρηση του Ερντογάν από την εξουσία θα οδηγήσει αυτομάτως σε βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η σημερινή τουρκική αντιπολίτευση δεν κατηγορεί τον Ερντογάν ότι είναι υπερβολικά επιθετικός έναντι της Ελλάδας, αλλά ότι είναι υπερβολικά διαλλακτικός. Η Τουρκία στην εποχή μετά τον Ερντογάν μπορεί, επομένως, να γίνει περισσότερο επικίνδυνη, ιδίως αν η πολιτική αλλαγή συνοδευθεί από εθνικιστική πλειοδοσία. Η Ελλάδα δεν έχει συμφέρον από μια αποσταθεροποιημένη Τουρκία. Εχει, όμως, απόλυτη ανάγκη να διαβάζει την τουρκική στρατηγική χωρίς αυταπάτες. Η απουσία έντασης δεν ισοδυναμεί με απουσία απειλής. Και η αυταρχική διολίσθηση της γειτονικής χώρας δεν είναι μόνο πρόβλημα δημοκρατίας. Μπορεί, εξίσου, να αποδειχθεί παράγοντας αστάθειας στην εξωτερική της πολιτική.

*Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι αν. καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το βιβλίο του «Ενας κόσμος χωρίς κανόνες; Το διεθνές σύστημα στη συγκυρία της απορρύθμισης» κυκλοφορεί από τις εκδ. Μεταίχμιο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT