Σαν να μην αρκούσαν οι παρωχημένοι ιδεολογικοί διαχωρισμοί, η πολιτική σκηνή μας επιβαρύνεται και από επιπόλαιες συμπεριφορές που δυσχεραίνουν τη διαμόρφωση αποτελεσματικών προγραμμάτων και αποκλείουν τη συνεργασία. Το «τεστ αγνότητας» που απαιτούν στελέχη του ΠΑΣΟΚ από την ηγεσία –να αποκλείσει συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία μετά τις εκλογές– είναι λαμπρό παράδειγμα. Το έως προχθές δεύτερο κόμμα στις δημοσκοπήσεις υποβάλλεται σε μια βάσανο, που το μόνο που πετυχαίνει είναι η μέτρηση του παραταξιακού πατριωτισμού της ηγεσίας και ο περιορισμός των μετεκλογικών επιλογών της. Το κόμμα κινδυνεύει να διχαστεί μεταξύ «πατριωτών» και «ενδοτικών», καθώς αυτοί που κινούν τη διαδικασία προφανώς πιστεύουν ότι έτσι θα κατατροπώσουν τους αντιπάλους τους και θα βγουν νικητές. Αυτό ενίοτε είναι το κριτήριο με το οποίο εσωκομματικοί αντίπαλοι αξιολογούν ο ένας τον άλλον, με το οποίο το ένα κόμμα κρίνει το άλλο.
Κανένα σχήμα –πολιτικό, κοινωνικό, επαγγελματικό, οπαδικό κ.ά.– δεν εξαιρείται απ’ αυτόν τον κανόνα: αργά ή γρήγορα, τα μέλη του θα κληθούν να επιλέξουν μεταξύ της ιδεολογικής αγνότητας και της διαχείρισης της πραγματικότητας. Τότε, οι αναγκαίοι συμβιβασμοί μπορεί να οδηγήσουν σε διάσπαση, ενώ οι ολομέτωπες συγκρούσεις με εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς μπορεί να προκαλέσουν οδυνηρές ήττες.
Το έως προχθές δεύτερο κόμμα στις δημοσκοπήσεις υποβάλλεται σε μια βάσανο που το μόνο που πετυχαίνει είναι η μέτρηση του παραταξιακού πατριωτισμού της ηγεσίας και ο περιορισμός των μετεκλογικών επιλογών της.
Oπως και να έχει, η αδυναμία να αξιολογήσουμε σωστά τις συνθήκες, τις δυνάμεις και τις επιλογές μας, και να δράσουμε αναλόγως, έχει στοιχίσει ακριβά στο έθνος. Από κορυφαίες στιγμές, όπως η Αλωση της Κωνσταντινούπολης και η Μικρασιατική Καταστροφή, έως τη διάλυση κάποιας εταιρείας ή σωματείου που θα μπορούσε να προσφέρει πολλά. Τηρουμένων των αναλογιών, το δίλημμα του ΠΑΣΟΚ αναδεικνύει αυτούς τους κινδύνους. Εάν η σημερινή ηγεσία δεν αποκλείσει μετεκλογική συνεργασία με τη Ν.Δ., θα πάει στις εκλογές με το στίγμα της προδοσίας στο μέτωπο· εάν δεσμευθεί ότι δεν θα συμμαχήσει μαζί της, ό,τι και αν γίνει, η χώρα μπορεί να βρεθεί ακυβέρνητη μέσα σε μια πολύ επικίνδυνη διεθνή συγκυρία. Τότε, ποια είναι η πατριωτική επιλογή; Η παραταξιακή αγνότητα ή η συνεργασία με τον «αντίπαλο» για το καλό της πατρίδας; Και οι δύο επιλογές ενέχουν κινδύνους για την ηγεσία, προς τέρψιν των αντιπάλων της.
Εάν όλα αυτά περιορίζονταν σε βατραχομυομαχίες στο εσωτερικό της πληθώρας κομμάτων και προσωπικών πολιτικών οχημάτων, δεν θα απασχολούσαν εμάς τους υπόλοιπους. Ομως, αυτές οι διαμάχες μπορεί να έχουν άμεση επίπτωση στο εάν η χώρα θα βρεθεί με κυβέρνηση μετά τις εκλογές ή θα παραδέρνει για κάποιο διάστημα. Εννοείται πως τα κόμματα και οι ηγεσίες τους έχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, και υπάρχουν σοβαροί λόγοι (στο σήμερα και στο χθες) για να είναι δύσκολες οι συνεργασίες, κυρίως σε μια χώρα όπου αυτές δεν ευδοκιμούν. Η «ιδεολογική αγνότητα» δεν είναι σοβαρό κριτήριο αλλά εργαλείο εναντίον αντιπάλων, προς ίδιον όφελος. Ας μην το ξεχνάμε. Επειδή –και ας μην μπορούν να το ομολογήσουν– πολλοί πολιτικοί που βρίσκονται στη Ν.Δ., στο ΠΑΣΟΚ, στο κόμμα Τσίπρα, στον ΣΥΡΙΖΑ, στη Νέα Αριστερά, έχουν περισσότερα κοινά μεταξύ τους απ’ ό,τι με πολλούς «συντρόφους» στο κόμμα τους. Οι επιλογές τους θα έπρεπε να βασίζονται σε σοβαρές και εφαρμόσιμες πολιτικές, στο συμφέρον όλων των πολιτών, στην προστασία των δημοκρατικών θεσμών, στη θωράκιση της χώρας στα πεδία της εκπαίδευσης, της κοινωνικής ευημερίας και οικονομικής ανάπτυξης, της διπλωματίας και άμυνας, της δικαιοσύνης. Ο,τι δεν συμβάλλει στη βελτίωση των προοπτικών όλων των Ελλήνων απλώς αποπροσανατολίζει από τους κινδύνους μπροστά μας.

