Δεν ξέρω αν η χώρα είναι «μη κυβερνήσιμη», αλλά το βέβαιο είναι ότι ο διαφαινόμενος περαιτέρω κατακερματισμός του πολιτικού σκηνικού, με την είσοδο νέων παικτών, κάποιων εξ αυτών ισχυρών, θα δυσχεράνει τη διαχείριση δύσκολων ζητημάτων, πρωτίστως στον τομέα της εθνικής ασφάλειας.
Ακούγεται οξύμωρο, αλλά ο θρυμματισμός του αντιπολιτευτικού μετώπου τα τελευταία χρόνια και η απουσία ενός ισχυρού αντιπάλου, ικανού να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στην κυβέρνηση και έτοιμου ανά πάσα στιγμή να αναλάβει την εξουσία, όχι μόνο δεν είναι καλή εξέλιξη για τη χώρα, αλλά δεν βοηθά ούτε την ίδια την κυβέρνηση, η οποία σε ένα τέτοιο «βολικό» για αυτήν περιβάλλον δεν έχει λόγο να ανησυχεί, με αποτέλεσμα να «χαλαρώνει» από πολλές απόψεις.
Ενα άλλο μεγάλο πρόβλημα που προκαλείται από τον κατακερματισμό του πολιτικού σκηνικού είναι η ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία συνεννόησης και επίτευξης συναινέσεων στην εξωτερική πολιτική, και αυτό σε μια περίοδο κατά την οποία αυτές είναι απαραίτητες, καθώς οι σχέσεις με την Τουρκία δεν είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσουν να πλέουν σε «ήρεμα νερά».
Το παραδοσιακό σκηνικό της Μεταπολίτευσης, με την εναλλαγή στην εξουσία δύο μεγάλων κομμάτων, σήμαινε ότι ένα μίνιμουμ συνεννόησης μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης αφορούσε το 80%-85% της κοινής γνώμης.
Στο νέο περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί και ίσως επιδεινωθεί, το σκηνικό είναι πολύ διαφορετικό.
Βάζοντας στην ίδια κατηγορία, για λόγους σύγκρισης, τα τρία κόμματα –Νέα Δημοκρατία, Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη και ΠΑΣΟΚ, αν διατηρήσει την τρίτη θέση–, που υπό τη μια ή την άλλη συνθήκη αναμένεται να βρεθούν σε ρόλο κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης, το συνολικό ποσοστό τους θα κινείται πέριξ του 50%, στην καλύτερη περίπτωση λίγο πάνω από αυτό.
Δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό ότι ακόμη και σε αυτό το ποσοστό, όπου εκπροσωπούνται οι δυνάμεις που έχουν κυβερνητική εμπειρία, υφίστανται σοβαρές διαφορές και διαφωνίες. Πέραν της διελκυστίνδας της ΕΛΑΣ με το ΠΑΣΟΚ, υπάρχει και το χάσμα στο εσωτερικό της Ν.Δ. σχετικά με το πώς πρέπει να διαχειριστούμε την Τουρκία, όπως φάνηκε ξεκάθαρα και από την προχθεσινή παρέμβαση και τις προειδοποιήσεις του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή.
Αυτό σημαίνει ότι όποιος και αν κερδίσει τις εκλογές, όποιος και αν είναι αξιωματική αντιπολίτευση, όσο ενωμένα ή διαιρεμένα κι αν είναι τα τρία μεγάλα κόμματα, όχι μόνο θα έχουμε ενδοκυβερνητικές τριβές σε ό,τι αφορά τις σχέσεις με την Τουρκία, αλλά σχεδόν το μισό εκλογικό σώμα, έστω και αν, προφανώς, δεν είναι ιδεολογικά συμπαγές, με τον κάθε πολιτικό σχηματισμό να έχει τη δική του διακριτή αφετηρία, διαδρομή και στόχευση στην κριτική του, θα είναι «απέναντι» από την όποια κυβέρνηση, μονοκομματική ή συνασπισμού, και επιρ-ρεπές σε υπερβολές.
Και αυτή δεν είναι η καλύτερη συνταγή για μια συνετή και αποτελεσματική διαχείριση της σχέσης μας με την εξ Ανατολών γείτονα την επόμενη ημέρα.

