Πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια η πλατεία Ομονοίας ήταν ένας τόπος καταθλιπτικός. Σε απωθούσε με την ερημιά της και τα κατεβασμένα της ρολά. Ενα ακόμη ιστορικό τοπόσημο της Αθήνας που είχε σβήσει από τον χάρτη. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τα ξενοδοχεία και τα καταστήματα εστίασης της έχουν δώσει ζωή, η οποία θα ολοκληρώσει την ωριμότητά της όταν προχωρήσουν και τα έργα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Αυτά είναι λίγο έως πολύ ορατά διά γυμνού οφθαλμού. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι ότι ανάμεσα σε όσους φροντίζουν για την ανάπτυξη της περιοχής δραστηριοποιείται και ένας πράκτορας του σιωνισμού, ένας –ω, με πόσο φόβο γράφω αυτό το όνομα– Εβραίος. Ενας απ’ αυτούς που δεν τους φτάνει που τους έδωσαν κράτος για να ‘χουν να παίζουν, θέλουν να το σώσουν κιόλας. Αυτός λοιπόν, ονόματι Λέον Αβιγκάντ, ιδρυτής της αλυσίδας ξενοδοχείων Brown, με την πονηρία που διακρίνει τους Εβραίους, τρύπωσε ως χορηγός στις εκδηλώσεις που οργανώνει το Εθνικό Θέατρο για το μέλλον της περιοχής. Εν τη αφελεία της και εν πλήρη αθωότητι η διοίκηση του κρατικού θεάτρου δέχθηκε ασμένως τη χορηγία χωρίς να υπολογίζει τη «δημόσια κατακραυγή απέναντι σε μια βαθιά προβληματική επιλογή ενός κρατικού θεσμού, που χρηματοδοτείται από την κοινωνία, να συνδεθεί με επιχειρηματικά συμφέροντα τα οποία μάλιστα συνδέονται με το κράτος απαρτχάιντ του Ισραήλ». Υποθέτω ότι ούτε εσείς πήρατε είδηση τη δημόσια κατακραυγή, εννοούμε μερικές αναρτήσεις. Ομως τη συνέλαβαν οι ευαίσθητες δημοκρατικές κεραίες της διοίκησης του Εθνικού. Και αφού συνεσκέφθησαν και αποφάσισαν ότι οι Εβραίοι όλο προβλήματα προκαλούν, αποφάσισαν να απορρίψουν τη χορηγία του κ. Αβιγκάντ. Εντέλει ακυρώθηκε η εκδήλωση.
Ενα ακόμη αντισημιτικό επεισόδιο στο οποίο συμμετείχε η θαρραλέα διοίκηση του Εθνικού Θεάτρου; Υποθέτω ότι η εποπτεύουσα αρχή, το ΥΠΠΟ, θα απαιτήσει τις εξηγήσεις για τη ρατσιστική συμπεριφορά. Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνον εκεί. Είναι η δυνατότητα μικρών ομάδων συμπολιτών μας οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τη δειλία των Αρχών, διαχέουν τον χόλο τους προσπαθώντας να μετατρέψουν το προσωπικό τους πρόβλημα σε κοινωνικό. Ναι, υπάρχει ρατσισμός υπό μορφήν αντισημιτισμού στη χώρα μας. Ομως η φασαρία που κάνει είναι μεγαλύτερη από τις πραγματικές του διαστάσεις. Και το μίσος είναι προνόμιο ορισμένων, που το θεωρούν υπαρξιακή αξία. Και το προβάλλουν γνωρίζοντας ότι όχι μόνον κανείς δεν πρόκειται να τους ζητήσει τον λόγο, αλλά αρκετοί, όπως η διοίκηση του Εθνικού, είναι πρόθυμοι να τους επιβραβεύσουν. Οι αντισημίτες του καφενείου έρχονται να προστεθούν στη συλλογή των αντιεξουσιαστών, αναρχικών και λοιπών καφενόβιων εμπλουτίζοντας τις ιδέες τους με τη δυσοσμία του ρατσισμού.

