Τα Βαλκάνια εκλύουν ενέργεια και φρεσκάδα, σε αντίθεση με μια Ευρώπη που μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Βοηθάει η Eurovision σε παρόμοιες διαπιστώσεις; Η νίκη της Βουλγαρίας με την Ντάρα και το «Bangaranga» με τον φρενήρη, μεταδοτικό, ρυθμό, αλλά και η 3η θέση της Ρουμανίας με την Αλεξάντρα Καπιτανέσκου, προσμετράται στα επιχειρήματα υπέρ των Βαλκανίων; Γεγονός, πάντως, είναι ότι φέτος το μουσικό κέντρο βάρους του διαγωνισμού μετατοπίστηκε ανατολικά.
Αλλά ο 70χρονος θεσμός είναι μόνο η πιο πρόσφατη αφορμή για να επισημάνουμε κάτι που κατά καιρούς ψιθυρίζεται στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Καταξιωμένος σκηνοθέτης μού έλεγε τις προάλλες ότι θα ήθελε να σκηνοθετήσει σε χώρα των Βαλκανίων, ανταποκρινόμενος σε πρόταση που του έχουν κάνει. Την επισκέφτηκε πριν από λίγο καιρό, διέκρινε αγωνία για την τέχνη και ζωντάνια που δεν συναντά σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. «Τα Βαλκάνια ανήκουν στον νέο κόσμο, όπως και η Ασία. Η Ευρώπη και η Αμερική είναι καθηλωμένες σε πτωτική τροχιά», υποστηρίζει.
Υπάρχει μια αρχέγονη ορμή ακόμη στα Βαλκάνια που δεν έχει χάσει την ικμάδα της από το μάρκετινγκ που καθορίζει, διεθνώς, τα πάντα. Παγανιστικές παραδόσεις, τελετουργίες, δοξασίες, αναμειγνύονται με συγκλονιστικές αφηγήσεις για στυγνά καθεστώτα, πολέμους, συγκρούσεις, πένθη, τραυματικές εμπειρίες.
Ο πλούτος και η ενέργεια των Βαλκανίων έχουν τη δύναμη να τροφοδοτήσουν την εξασθενημένη από τις επαναλήψεις ευρωπαϊκή δημιουργία.
Και μια ακατέργαστη επιθυμία για επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο, εντάσσοντας στοιχεία του δικού τους «κόσμου» και της γλώσσας τους.
Στην Ελλάδα, ζουν και δημιουργούν Βαλκάνιοι καλλιτέχνες και συγγραφείς, με την Αλβανία να έχει το προβάδισμα στο θέατρο, τόσο σε σκηνοθέτες όσο και σε ηθοποιούς. Ο νεότερος, 27χρονος, Μάριο Μπανούσι (ο οποίος και τιμάται με τον Αργυρό Λέοντα στα Βραβεία Θεάτρου της Μπιενάλε Βενετίας 2026) είναι αντιπροσωπευτικό παράδειγμα. Διακρίθηκε στην ελληνική και διεθνή σκηνή ενσωματώνοντας και μετασχηματίζοντας προσωπικά βιώματα. Η εικαστική, σωματική, γλώσσα που διαμόρφωσε (ένα θέατρο χωρίς λόγια), αντλεί από ταφικά έθιμα των Βαλκανίων, για να παρασύρει τον θεατή σε μια πρωτογενή εμπειρία μέσα από το άρρητο και καθοριστικό συναίσθημα του πένθους.
Για να σκηνοθετήσει, τελευταία, τη «Mami» είχε επιστρέψει στην Αλβανία για «να φρεσκάρει τη μνήμη του». «Είχα να πάω τρία χρόνια. Από τον θάνατο του πατέρα μου και της μητριάς μου, Λιντίτα, και μετά», μας είχε πει («Κ» 15/1/2025). «Η γιαγιά μου είναι 87 χρόνων. Ζει έξω από τα Τίρανα. Δεν ταξιδεύει ποτέ. Πενθεί μόνιμα. Δεν υπάρχει για εκείνη γέλιο ή τραγούδι ή να ζητήσεις να σου διηγηθεί μια αστεία ιστορία. Εχω το προνόμιο να είμαι από τα αγαπημένα της εγγόνια. Συνολικά έχει πάνω από 25 εγγόνια και πάνω από 10 δισέγγονα. Ξανάκουσα τις ιστορίες της. Τη ρωτούσα διαρκώς». Ο Μπανούσι δεν έχει γυρίσει την πλάτη στις ρίζες του. Αντίθετα· τις καλλιεργεί και τις ενδυναμώνει, μπολιάζοντας με τις γνώσεις το βλέμμα και την αισθητική των μετέπειτα εμπειριών του. Δεν είναι ο μόνος. «Οι κουλτούρες των βαλκανικών χωρών έχουν ομοιότητες, αλλά οι ιστορίες τους είναι πολύ διαφορετικές», είχε επισημάνει πριν από λίγο καιρό η αναγνωρισμένη συγγραφέας από τη Βόρεια Μακεδονία, Ρούμενα Μπουζάροφσκα («Κ» 23/3/26).
Αυτός είναι και ο πλούτος των Βαλκανίων που έχει τη δύναμη να τροφοδοτήσει την εξασθενημένη από τις επαναλήψεις ευρωπαϊκή δημιουργία. Oπως είπε και η Βουλγάρα Ντάρα, το «Bangaranga» υπάρχει στον καθένα μας (σε ελεύθερη, δική μας, απόδοση), «είναι ένα συναίσθημα ότι όλα είναι πιθανά». «Σημαίνει αναταραχή, ένα όμορφο είδος αταξίας. Eχει αυτή την ακατέργαστη, φωνητική δύναμη που παρακάμπτει τη μετάφραση. Τη νιώθεις πριν την καταλάβεις».

