Οταν η Ελλάδα βυθίστηκε στην κρίση τα χρόνια μετά το 2008, καμία χώρα δεν διαδραμάτισε πιο κακοήθη ρόλο από τη Βρετανία. Οι Βρετανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι σχολιαστές, πεπεισμένοι από την ταπεινωτική αποπομπή της λίρας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών το 1992 ότι το ευρώ ήταν καταδικασμένο να αποτύχει, ωθούσαν ύπουλα και επαίσχυντα την Ελλάδα προς την άβυσσο με αποσταθεροποιητικά σχόλια. Μέχρι σήμερα, ο Γιάνης Βαρουφάκης εξυμνείται από μεγάλο μέρος των βρετανικών MME, αδιαφορώντας για το βαρύ κόστος που επέφεραν οι ακροβασίες του στην ελληνική οικονομία.
Είναι ειρωνικό, λοιπόν, ότι η Βρετανία βρίσκεται πλέον στο στόχαστρο των «φρουρών» της αγοράς ομολόγων, εν μέσω ανησυχιών των επενδυτών για την πολιτική σταθερότητα και τη βιωσιμότητα του χρέους της. Αυτοί οι φόβοι είναι βάσιμοι. Η χώρα ενδέχεται να αλλάξει τον έβδομο πρωθυπουργό της σε δέκα χρόνια· η οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου προβλέπεται να αναπτυχθεί μόλις κατά 0,7% φέτος – σε σύγκριση με πάνω από 2% στην Ελλάδα. Το χρέος του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς το ΑΕΠ προσεγγίζει το 100% και η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου του διαπραγματεύεται 1,2 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από της Ελλάδας, στο 5,1%. Οι Ελληνες, που έζησαν τη συγκατάβαση της εποχής της κρίσης, δικαιολογημένα θα μπορούσαν να χαμογελάσουν ειρωνικά.
Δεν είναι περίεργο που τα βρετανικά ΜΜΕ είναι γεμάτα από σχολιαστές που αναρωτιούνται εάν η Βρετανία έχει καταστεί ακυβέρνητη. Δεν έχει, αλλά είχε μια σειρά πρωθυπουργών που αποδείχθηκαν πολύ φτωχοί κυβερνήτες, μεταξύ των οποίων και ο σερ Κιρ Στάρμερ, που έχει αποδειχθεί ένας από τους λιγότερο ικανούς. Η αδυναμία του να εκφράσει ένα πειστικό αφήγημα ή να συγκροτήσει μια ομάδα ικανών συμβούλων έχει αφήσει το κόμμα του να αναζητάει επειγόντως αντικαταστάτη, λιγότερο από δύο χρόνια μετά τη συντριπτική νίκη των Εργατικών. Αυτοί που στέκονται στην ουρά για να πάρουν τη θέση του –μεταξύ των οποίων ο δήμαρχος του Μάντσεστερ, Aντι Μπέρναμ και ο πρώην υπουργός Υγείας, Γουές Στρίτινγκ– είναι τουλάχιστον πολύ καλύτεροι επικοινωνιακά.
Ομως θα χρειαστεί κάτι περισσότερο από επικοινωνιακές δεξιότητες για να βγάλει τη Βρετανία από το τέλμα στο οποίο έχει βρεθεί. Οταν μια χώρα βρίσκεται στη δίνη αυτού του είδους πολιτικής αστάθειας, συνήθως αποτελεί ένδειξη ότι το πολιτικό της σύστημα αδυνατεί να επιλύσει υποκείμενες διαρθρωτικές προκλήσεις. Οι Ελληνες το γνωρίζουν αυτό καλύτερα από τους περισσότερους. Στα χρόνια της κρίσης, το πολιτικό σύστημα αποδείχθηκε ανίκανο να μεταρρυθμίσει ένα βαθιά πελατειακό κράτος που είχε φέρει τη χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Τελικά χρειάστηκε εξωτερική πίεση από την τρόικα για να υλοποιηθούν μεταρρυθμίσεις οι οποίες ήταν «απολύτως απαραίτητες» και κρίσιμες για την οικονομική αναγέννηση της Ελλάδας, όπως παραδέχθηκε την προηγούμενη εβδομάδα ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης.
Οι προκλήσεις της Βρετανίας έχουν διαφορετικό χαρακτήρα αλλά είναι εξίσου επίμονες. Η πρώτη είναι η σχέση της με την Ευρώπη. Το Brexit «πωλήθηκε» ως τρόπος να ανακτηθεί ο έλεγχος από μια Ε.Ε. που θεωρείτο αποτυχημένη, σε μεγάλο βαθμό λόγω της ελληνικής κρίσης. Oμως, αντί να θεραπεύσει τις οικονομικές δυσκολίες της Βρετανίας, τις επιδείνωσε. Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η ζημία κυμαίνεται μεταξύ 5% και 8% του ΑΕΠ – ζημία που μπορεί να αυξηθεί καθώς η Ε.Ε. λαμβάνει μέτρα για να ενισχύσει την αυτονομία της σε έναν πολυπολικό κόσμο.
Ο κίνδυνος για τη Βρετανία είναι ότι οι χώρες που αδυνατούν να επιλύσουν τις πολιτικές τους προκλήσεις μόνες τους καταλήγουν να τις βλέπουν να τους επιβάλλονται έξωθεν.
Η δεύτερη είναι η φορολογία. Για χρόνια οι οικονομολόγοι αστειεύονταν ότι η Βρετανία απαιτούσε ευρωπαϊκά επίπεδα δημοσίων υπηρεσιών, πληρώνοντας όμως αμερικανικά επίπεδα φόρων. Αυτό δεν είναι πια αστείο. Η δυσαρέσκεια με τις δημόσιες υπηρεσίες βρίσκεται σε επίπεδα-ρεκόρ, αντανακλώντας δεκαετίες υποεπένδυσης λόγω της λιτότητας και αποτυχημένων ιδιωτικοποιήσεων που έδωσαν προτεραιότητα στα μερίσματα των μετόχων έναντι των υποδομών. Τα φορολογικά έσοδα του Ηνωμένου Βασιλείου βρίσκονται στο 39% του ΑΕΠ, το υψηλότερο επίπεδο μεταπολεμικά, αλλά παραμένουν πολύ κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Η φορολογική βάση είναι επίσης πολύ στενή: το 60% όλων των φόρων καταβάλλεται από το πλουσιότερο 10%, ενώ οι φόροι στον μέσο Βρετανό εργαζόμενο είναι από τους χαμηλότερους σε οποιαδήποτε μεγάλη οικονομία.
Στη δεκαετία που πέρασε από το δημοψήφισμα για το Brexit, το βρετανικό πολιτικό σύστημα έχει κολλήσει σε μια κατάσταση αναμονής, ανίκανο να απαντήσει σε θεμελιώδη ερωτήματα: αν θα προσεγγίσει ή ακόμη και αν θα επανενταχθεί στην Ε.Ε., ή θα αποδεχθεί μια πιο μακρινή σχέση που συνεπάγεται μεγαλύτερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ και περαιτέρω καταπόνηση της ίδιας της Ενωσης· και αν θα πληρώσει περισσότερους φόρους για τις δημόσιες υπηρεσίες που έχει ανάγκη η χώρα, ή θα περικόψει υπηρεσίες και κοινωνική πρόνοια για να κρατήσει χαμηλά τη φορολογία. Οποιος βρίσκεται στην εξουσία θα πρέπει εν τω μεταξύ να αντιμετωπίσει νέες πιέσεις: το κόστος του πολέμου στο Ιράν και τις κλιμακούμενες απαιτήσεις της ευρωπαϊκής άμυνας.
Αυτές οι δυσκολίες επιδεινώνονται από τον αυξανόμενο κατακερματισμό του πολιτικού συστήματος. Στις δημοτικές εκλογές αυτού του μήνα, πέντε κόμματα έλαβαν μεταξύ 16% και 27% των ψήφων. Καθώς οι Εργατικοί χάνουν ψηφοφόρους προς αριστερά και δεξιά, οι προοπτικές οποιουδήποτε κόμματος να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις επόμενες εκλογές του 2029 απομακρύνονται περαιτέρω. Οι δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν ότι ο Μπέρναμ μπορεί να είναι ο μόνος εν δυνάμει ηγέτης των Εργατικών με αρκετά ευρεία απήχηση ώστε να συγκροτήσει έναν νικητήριο συνασπισμό – ωστόσο δεν είναι καν στο κοινοβούλιο και αντιμετωπίζει αναπληρωματικές εκλογές απέναντι στο κόμμα Reform του Νάιτζελ Φάρατζ προτού μπορέσει να αμφισβητήσει την ηγεσία. Το αν θα μπορέσει να μεταφράσει την τοπική του δημοτικότητα σε εθνική αποτελεσματικότητα παραμένει ανοιχτό ερώτημα.
Η Βρετανία μπορεί να περιμένει για κάποιο διάστημα τον ηγέτη που χρειάζεται. Ο κίνδυνος, όπως ανακάλυψε η Ελλάδα, είναι ότι οι χώρες που αδυνατούν να επιλύσουν τις πολιτικές τους προκλήσεις μόνες τους καταλήγουν να τις βλέπουν να τους επιβάλλονται έξωθεν. Η Ελλάδα πλήρωσε τεράστιο τίμημα για αυτό το μάθημα. Η Βρετανία, που έκανε τόσο πολλά για να σπρώξει την Ελλάδα προς το χείλος του γκρεμού, θα έκανε καλά να το θυμάται.
*Ο κ. Σάιμον Νίξον είναι ανεξάρτητος σχολιαστής και εκδότης του ενημερωτικού δελτίου Wealth of Nations στο Substack.

