Αν θυμώνει ο πρωθυπουργός με την ακρίβεια που ροκανίζει το εισόδημα των πολιτών, όπως είπε στο συνέδριο της Ν.Δ., καταλαβαίνει κανείς πόσο θυμώνουν οι πολίτες. Που βλέπουν τον πληθωρισμό στην Ελλάδα να ανεβαίνει συνεχώς, ιδιαίτερα σε κάποια βασικά τρόφιμα, μαζί με τη βενζίνη, τα νοίκια και το σούπερ μάρκετ. Και οι αυξήσεις των εισοδημάτων να αγωνίζονται για να καλύψουν το κόστος ζωής, αφού το 62,8% των μισθωτών ζει με μισθούς μικρότερους από 1.000-1.100 ευρώ καθαρά τον μήνα.
Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της Metron Analysis, το 46% των ερωτηθέντων είπε ότι με το μηνιαίο εισόδημά του τα φέρνει βόλτα ίσα ίσα, το 38% απάντησε ότι τα χρήματα τελειώνουν πριν από το τέλος του μήνα και μόνο το 16% είπε ότι βάζει κάποια χρήματα στην άκρη. Συγχρόνως, η πλειονότητα των πολιτών σε κάθε δημοσκόπηση εκφράζουν την απογοήτευσή τους για την πορεία της χώρας αλλά και για την οικονομική τους κατάσταση.
Βεβαίως, τα απαισιόδοξα αυτά ευρήματα δεν πιστοποιούν αναγκαστικά ότι η χώρα δεν προχωράει μπροστά. Τα στοιχεία της οικονομίας δείχνουν το αντίθετο: η ανάπτυξη της Ελλάδας είναι μεγαλύτερη από τον μέσο όρο της Ε.Ε., η ανεργία βρίσκεται στο χαμηλότερο ποσοστό της εδώ και δεκαετίες, ενώ οι μισθοί ανεβαίνουν και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις επεκτείνονται συνεχώς.
Ο κόσμος διαμαρτύρεται γιατί οι υψηλές προσδοκίες του για γρήγορη επιστροφή στην ευημερία του 2008 δεν έχουν πραγματοποιηθεί. Βέβαια, είναι επόμενο· μετά τη χρεοκοπία της χώρας, τη μείωση του ΑΕΠ κατά 25% και την κατακρήμνιση των εισοδημάτων, είναι ανέφικτο να περιμένει κανείς ότι θα καλυφθεί το εισοδηματικό κενό μέσα σε 7 ή 8 χρόνια.
Για κάποιους, μάλιστα, που δεν έχουν δικό τους σπίτι, τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα, αφού η αγορά ενός ιδιόκτητου σπιτιού είναι πλέον άπιαστο όνειρο. Το ιδιόκτητο σπίτι ήταν πάντοτε ο σημαντικότερος στόχος της μεσαίας τάξης στην Ελλάδα τα μεταπολεμικά χρόνια, δείκτης ευημερίας, σταθερότητας και θεμέλιο μιας καλής οικογενειακής ζωής.
Γι’ αυτό και η ιδιοκατοίκηση στην Ελλάδα στις αρχές του 2000 είχε φτάσει στο 85% του πληθυσμού. Με τη διεθνή ύφεση, όμως, και τη χρεοκοπία της χώρας, η μεσαία τάξη υπέστη μεγάλο χτύπημα και χιλιάδες ιδιοκτήτες έχασαν τη δουλειά τους και τα σπίτια τους. Αποτέλεσμα, σήμερα η ιδιοκατοίκηση να είναι κοντά στο 70%.
Το χειρότερο: η δυνατότητα απόκτησης ενός σπιτιού μειώνεται συνεχώς. Με την επιστροφή της χώρας στην ανάπτυξη, την άνοδο του τουρισμού, την άνθηση του Airbnb και την υιοθέτηση της «χρυσής βίζας» (για αγορές σπιτιών έως 250.000 ευρώ στην αρχή), σε συνδυασμό με τα προγράμματα «Σπίτι μου 1 και 2», υπήρξε αλματώδης αύξηση της τιμής των ακινήτων, που έφτασε από 50% έως και 70% μέσα σε μία δεκαετία.
Οσοι είχαν ακίνητα εισέπραξαν σοβαρές υπεραξίες. Οσοι όμως δεν είχαν, είδαν τις τιμές της στέγης (ενοίκια ή τιμές πώλησης) να εκτοξεύονται. Αυτή τη στιγμή, δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό των νέων έχει φτάσει να δαπανά ακόμη και το 40% του μηνιαίου εισοδήματός του στο νοίκι, ενώ η απόκτηση κατοικίας φαίνεται άπιαστο όνειρο.
Κι αυτό έχει πολλαπλές αρνητικές συνέπειες για μια νεολαία, που αισθάνεται ότι δεν έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει ποτέ σπίτι και θα ζήσει –για πρώτη φορά στη σύγχρονη Ελλάδα– χειρότερα από τους γονείς και τους παππούδες της.
Διότι πώς να αποκτήσει το δικό του διαμέρισμα ένα νέο ζευγάρι όταν το μηνιαίο εισόδημά του είναι 2.000 ευρώ καθαρά και ένα σπίτι 15ετίας, 80-90 τ.μ., στην Αθήνα –όχι στις ακριβές γειτονιές–, κυμαίνεται πλέον από 220.000 έως 300.000 ευρώ; Κι όταν πλέον οι γονείς μετά τα δύσκολα μνημονιακά χρόνια δεν έχουν πια «κομπόδεμα» για προκαταβολή.
Η μόνη λύση για φθηνότερη στέγη είναι φυσικά η αύξηση της προσφοράς σπιτιών, που όμως παραμένει ζητούμενο έπειτα από επτά χρόνια της σημερινής κυβέρνησης στην εξουσία. Επί της ουσίας –όπως δείχνουν οι κινήσεις άλλων ευρωπαϊκών χωρών που αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα– χρειάζεται ένας συνδυασμός περιοριστικών μέτρων (π.χ. απαγόρευση της βραχυχρόνιας μίσθωσης σε κάποιες περιοχές) και πολιτικών αύξησης του αριθμού των κατοικιών. Κάποιες από αυτές είναι η υιοθέτηση κινήτρων για να βγουν στην αγορά δεκάδες χιλιάδες κλειστά διαμερίσματα, η επιβολή αυξημένης φορολογίας για κλειστά ακίνητα και η ανοικοδόμηση μικρών διαμερισμάτων με κρατική χρηματοδότηση και η ενοικίασή τους σε επιδοτούμενες τιμές σε νέα ζευγάρια.
Η Ισπανία, π.χ., υλοποιεί ένα φιλόδοξο εθνικό σχέδιο 7 δισ. ευρώ για τη δημόσια στέγη, που έχει ως στόχο την αύξηση της προσφοράς προσιτών κατοικιών, την ενεργειακή αναβάθμιση παλαιότερων ακινήτων και τη χορήγηση επιδοτήσεων σε νέους. Στην Ελλάδα πότε θα πάψουμε να είμαστε θεατές στο πρόβλημα;

