Σταδιακά απομακρυνόμαστε ηθικά από το παρελθόν μας. Για πολλά χρόνια, λόγω εμφυλίων συγκρούσεων και φτώχειας, θεωρούσαμε λανθασμένα ότι θάβοντας ό,τι ζήσαμε, θα βρισκόμασταν σε ένα παρόν, παράδεισο απρόσκοπτης δημιουργικότητας.
Ωστόσο, η ταφή του παρελθόντος δεν ήρθε ως ενέργεια υποτιθέμενης ωριμότητας, αλλά ως συνέπεια της οικονομίστικης λογικής και απογοήτευσης που διέπει τις ζωές μας και τη σκέψη μας εδώ και μια δεκαετία. Από την πυρκαγιά της καταναλωτικότητας και του «όλα επιτρέπονται», στον πάγο της οικονομικής κρίσης, στην απώλεια της περηφάνιας μας και την απάθεια. Με την αξιοπρέπεια στα όρια και τον οικογενειακό δανεισμό στα κατακόκκινα, έγινε η ιστορία μας αχρείαστη πολυτέλεια και η λεγόμενη ιστορική συνείδηση, οι ρίζες μας, η ηθική μας σύνδεση με τη νεότερη προέλευσή μας, αδύναμη και αδιάφορη.
Ωσπου, προ ημερών, από τα βάθη της Ασίας, σε μια συνάντηση κορυφής που μας αφορά απολύτως έμμεσα, ξεπηδάει μια μικρή φλόγα ελληνικής σκέψης, με την αναφορά του Κινέζου ηγέτη στον Θουκυδίδη και την αμηχανία απέναντι σε αυτήν του ηγέτη της Δύσης.
Το ενδιαφέρον για την αναφορά στον αρχαίο ιστορικό δεν συνδέεται με μια αφελή λαγνεία απέναντι στην αρχαία Ελλάδα, ούτε στο ασφαλές πολιτικά και απόμακρο στους πολλούς από εμάς αρχαίο μεγαλείο. Πρόκειται για κάτι πιο κοντινό, για ένα πολιτικό παράδειγμα που εμπεριέχει γοητεία και πολιτική ελπίδα, έστω και αν αυτή έρχεται από μια πολιτική νοοτροπία από το παρελθόν.
Πρόκειται για τη μετάφραση στα νέα ελληνικά από τον Ελευθέριο Βενιζέλο του έργου του Θουκυδίδη για τον Πελοποννησιακό πόλεμο.
Η μετάφραση από τον Βενιζέλο πραγματοποιείται με καθημερινή και πολύωρη εργασία όταν βρίσκεται εξόριστος στο Παρίσι, μετά την ισχυρή και πικρότατη ήττα στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920. Πρόκειται για μια πράξη πολιτικής ωριμότητας και ευθύνης, ενός ηγέτη έπειτα από μια πολιτική συντριβή. Μια συντριβή που το βάρος της δεν μπορεί να συγκριθεί με τα σημερινά δεδομένα πολιτικής ήττας. Η ήττα του 1920 ήρθε ύστερα από έναν πατριωτικό θρίαμβο του ελληνικού αλυτρωτισμού και της Μεγάλης Ιδέας που σχεδίασε και χειρίστηκε ο Κρητικός ηγέτης. Ηρθε έπειτα από έναν βαρύτατο και αιματηρό εμφύλιο διχασμό, παράλληλα με μια συνεχή πολεμική εμπλοκή της Ελλάδας για οκτώ χρόνια. Πέραν της φθοράς αυτής, η εκλογική ήττα απέδειξε κάτι πολύ ουσιαστικό για έναν ηγέτη, ότι η ιδεολογία, πατριωτική εν προκειμένω, ο παρορμητισμός και η μαγεία της πολιτικής εξαντλούνται στην πράξη, όταν υπάρχει εσωτερική φθορά και οικονομική εξάντληση των οικογενειών των πολεμιστών. Αυτά τα «γιατί» μάλλον αναζητά ο Βενιζέλος μεταφράζοντας τον Θουκυδίδη. Ταιριάζει τη δική του αποτυχία με την αντίστοιχη εξορία του αρχαίου ιστορικού που την υπέστη διότι κατηγορήθηκε από τους Αθηναίους ότι ως στρατηγός δεν φρόντισε επαρκώς τα συμφέροντα της πόλης του.
Το πολύτομο έργο του Θουκυδίδη ξεκινάει με τη λεγόμενη «Αρχαιολογία», τις ρίζες δηλαδή των Ελλήνων, τις σχέσεις μεταξύ τους, την πορεία τους, τη στρατηγική της εξάπλωσής τους, τις μεθόδους τους. Στους επόμενους τόμους, με χρονολογική εξέλιξη καταγράφονται οι Μηδικοί πόλεμοι, η συγκρότηση της Αθηναϊκής παντοδυναμίας, οι αιτίες της σύγκρουσης με τη Σπάρτη, η πορεία των ενδοελληνικών συγκρούσεων. Ολα αυτά παράλληλα με την έννοια και την εφαρμογή της εξουσίας, της οικονομίας και της ανθρώπινης φύσης.
Τι οδήγησε τον Βενιζέλο να επιλέξει τη μετάφραση αλλά και βαθύτατη μελέτη του Θουκυδίδη σε ηλικία 56 ετών, στην πιο κρίσιμη στιγμή της πολιτικής ζωής του; Μόνον εικασίες μπορούμε να κάνουμε διότι δεν έχουμε σχετικό κείμενο ως εισαγωγή της μετάφρασής του. Εχουμε μόνον κάποια σχόλια επί της μετάφρασης και σε αλληλογραφία του, αναφερόμενος στη διαχείριση του ύφους του Θουκυδίδη, εξηγεί ότι θα παρουσιάσει τις σχετικές απόψεις στην εισαγωγή, που δεν έγινε τελικά. Οπως και να ‘ναι, η μετάφραση και κυρίως η πραγματοποίησή της, δεν ερμηνεύεται, δεν συνδέεται με την ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας αλλά με τη νεότερη πολιτική ιστορία. Το εντυπωσιακό και ελπιδοφόρο είναι ότι υπήρξε Ελληνας ηγέτης ο οποίος, για να ανασυγκροτήσει το ηθικό του, έσκυψε στο σύγγραμμα που θεωρείται η αφετηρία της επιστημονικής ιστορίας και δεν έγραψε ένα απομνημόνευμα για να προβάλει παρηγορητικά τις όποιες επιτυχίες του. Οργάνωσε δηλαδή μια εσωτερική αναζήτηση αντί του βαυκαλισμού.
Στην τελευταία τετραετία του, 1928-1932, πολιτεύτηκε με γνώμονα την ανασυγκρότηση μιας βαθύτατα τραυματισμένης χώρας και ενός λαού διχασμένου, που αρνιόταν να αποδεχθεί το τέλος της Μεγάλης Ιδέας και που επίμονα οι ντόπιοι Ελληνες απαξίωναν προσβλητικότατα τους Ελληνες πρόσφυγες ως μη Ελληνες.
Μεταξύ πολλών άλλων, η κυβέρνησή του έχτισε όσα σχολεία είχαν χτιστεί από ιδρύσεως ελληνικού κράτους.
*Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη.

