Τα πάνω από 200 σχόλια που έγραψαν οι αναγνώστες για το προ δεκαπενθημέρου άρθρο μου για το «γλωσσικό» είναι μια ένδειξη ότι το ζήτημα είναι ακόμη ζωντανό. Το αντιμετωπίζουμε σαν να το έχουμε λύσει, ο «εμφύλιος» έληξε με συντριπτική νίκη της λεγόμενης δημοτικής, παρ’ όλ’ αυτά, όμως, εξακολουθεί να απασχολεί πολλούς από εμάς. Αλλους δεν τους απασχολεί, όπως τους πολιτικούς για παράδειγμα και διάφορους δημοσιολογούντες, ενώ θα έπρεπε να τους απασχολεί. Πώς εννοώ αυτό το «απασχολεί». Σίγουρα δεν μπορεί να μας απασχολεί με τον ίδιο τρόπο που απασχολούσε τους προγόνους μας, οι οποίοι το είχαν εντάξει στην πλούσια συλλογή των συγκρούσεων που χαρακτηρίζουν την ελληνική ζωή. Κι αν δεν έχουμε λόγο να καβγαδίσουμε, θα πρέπει να τον εφεύρουμε. Το «γλωσσικό» οφείλουμε να το προσεγγίσουμε με τους όρους που μας επιβάλλει ο κόσμος μας. Ενας κόσμος ο οποίος διαθέτει μία κοινή, τα αγγλικά, η οποία μπορεί να χρησιμεύει ως εργαλείο επικοινωνίας, όμως η συντριπτική πλειονότητα των ομιλητών της τη χρησιμοποιεί υποτυπωδώς. Διαθέτει και μεγάλες γλώσσες όπως τα ισπανικά. Ή γλώσσες που χρησιμοποιούνται από μεγάλους πληθυσμούς όπως τα κινεζικά ή τα ρωσικά, όμως δεν μπορείς να τις χαρακτηρίσεις «διεθνείς». Ακόμη και τα γαλλικά, που μέχρι δύο γενιές πίσω εθεωρούντο διεθνής γλώσσα, έχουν χάσει πια αυτόν τον ρόλο. Οποιαδήποτε συζήτηση λοιπόν για τα ελληνικά, τη γλώσσα που μιλάμε, γράφουμε και στην οποία σκεφτόμαστε, θα πρέπει να γίνει λαμβάνοντας υπ’ όψιν αυτούς τους παράγοντες. Εχουμε την τύχη να συμμετέχουμε σε μια μεγάλη ένωση κρατών η οποία, εκτός των άλλων, αποδέχεται ως συστατικό της τη γλωσσική ποικιλομορφία των μελών της. Αυτό ας το σκεφτούν όσοι κατηγορούν την Ε.Ε. για αυταρχισμό.
Τα ελληνικά είναι μια μικρή γλώσσα. Τη μιλούν καμιά δεκαπενταριά εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, δεν ανήκει σε καμιά οικογένεια, όπως οι λατινογενείς γλώσσες, όμως διαθέτει ένα ιστορικό βάθος το οποίο την κάνει μοναδική. Είναι η αρχαιότερη γλώσσα της Ευρώπης και διαθέτει τεράστιο αποθεματικό κεφάλαιο σκέψης και δημιουργίας, που παρά τους αιώνες της ζωής της δεν έχει ακόμη εξαντληθεί. Η διδασκαλία της στις νεότερες γενιές από αυτήν την αρχή οφείλει να ξεκινήσει. Η σύνδεση των σύγχρονων ελληνικών με την ιστορία της, με το βάθος του σπηλαίου που τα φιλοξενεί, δεν αφορά μόνον την εθνική ταυτότητα που θέλουμε να καλλιεργήσουμε στους νέους. Αφορά και την ταυτότητά τους ως Ευρωπαίων πολιτών. Διότι τα ελληνικά είναι τμήμα της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Για να εξηγούμαι: όχι τα ελληνικά που μιλάμε σήμερα. Τα ελληνικά ως μια γλώσσα που δεν σταμάτησε να μιλιέται για περίπου τριάντα αιώνες Ιστορίας και τα οποία, όπως κάθε οργανισμός έχουν υποστεί αλλοιώσεις που τα έχουν μεταμορφώσει. Τα ελληνικά που μιλάμε σήμερα δεν είναι τα ελληνικά του Ομήρου. Και δεν θα μπορούσαν να είναι. Δεν ντυνόμαστε με χιτώνες ούτε πολεμάμε με δόρατα. Ομως είναι ο ίδιος οργανισμός.
Το λεγόμενο «γλωσσικό» ζήτημα ήταν μια συνεχής προσπάθεια αποκοπής της σύγχρονης ελληνικής από τις αρχαίες καταβολές της. Να πω ότι αυτό το χρωστούσαμε κατά μείζονα λόγο στον φόβο που μας προκαλούσε η σύγκριση των έργων μας με τα έργα της αρχαιότητας; Το αποτέλεσμα είναι ότι οι έδρες των νεοελληνικών σπουδών στα ξένα πανεπιστήμια δεν είχαν καμία σχέση με τις έδρες ελληνικών σπουδών που αφορούσαν την αρχαιότητά μας. Με αποτέλεσμα να μαραζώνουν σ’ ένα αξιοπρεπές κατά το δυνατόν περιθώριο και οι ελληνιστές να τις αντιμετωπίζουν με τη συμπάθεια της συγκατάβασης. Το ζήτημα είναι ότι αυτήν τη στάση την εσωτερικεύσαμε κι εμείς και την εντάξαμε στο δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα. Λέμε διάφορα για τη Μεταπολίτευση, όμως παραγνωρίζουμε τον ρόλο που έπαιξαν δύο μεταρρυθμίσεις. Η πρώτη με την κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρεύουσας, δηλαδή της λόγιας καθομιλουμένης, και η δεύτερη με την επιβολή του μονοτονικού. Καταργήσαμε την τρίτη κλίση, τα απαρέμφατα, τις δασείες και την περισπωμένη, και αισθανθήκαμε πολίτες του σύγχρονου κόσμου. Πάλι καλά που μας ξέφυγαν τα «ήτα» και τα «ωμέγα», αλλά εάν συνεχίζαμε θα το είχαμε καταφέρει. Τα επιχειρήματα ήταν έωλα, αλλά δεν έχει σημασία. Η διδασκαλία της λόγιας γλώσσας, στην οποία είναι γραμμένα τα περισσότερα έργα της νεοελληνικής γραμματείας, καταργήθηκε για να αντικατασταθεί από τη γλώσσα του λαού. Ποια είναι αυτή άραγε; Δεν έχει σημασία. Τα πνεύματα καταργήθηκαν διότι, λέει, και η αρχαία γραμματεία ήταν ατονική. Την περισπωμένη και τα πνεύματα τα πρόσθεσαν οι Αλεξανδρινοί. Από κοκεταρία άραγε ή μήπως επειδή τότε η ελληνική γλώσσα έγινε «κοινή» και χρειαζόταν σημεία για να τη συνδέουν με την προφορά της όταν ήταν περιορισμένη στην ελληνική πόλη όπου ήταν δεδομένη;
Ναι, πρέπει να ανοίξουμε το γλωσσικό. Να αναρωτηθούμε γιατί στην ευχή δεν διαβάζονται τα σχολικά βιβλία και για ποιον λόγο το υπουργείο Παιδείας αδιαφορεί. Ισως γιατί μας λείπει το έμψυχο δυναμικό. Κυρίως όμως μας λείπει η συνείδηση πως στον κόσμο μας η συντήρηση της γλωσσικής ταυτότητας εξαρτάται από την ακτινοβολία της γλώσσας την οποία οφείλεις να υποστηρίξεις. Και η ακτινοβολία της δικής μας οφείλεται στη μακραίωνη ζωή της και όχι στην ομορφιά που της δίνουν οι αγορεύσεις της κ. Κωνσταντοπούλου ή η πλήξη του φιλολόγου στο σχολείο που νομίζει ότι διδάσκει λογοτεχνία στα παιδιά διαβάζοντας πέντε παραγράφους Βιζυηνό και αποστηθίζοντας «κειμενικούς δείκτες» – ιός του οποίου το εμβόλιο δεν έχει ακόμη αδειοδοτηθεί.

