Είναι κοντά τα ακροατήρια ΠΑΣΟΚ και Τσίπρα;

3' 18" χρόνος ανάγνωσης

Αρκετό μελάνι έχει χυθεί για το «40%» του δημοψηφίσματος του Ιουλίου 2015. Για το πώς εκείνο το ποσοστό του «Ναι» κωδικοποιήθηκε στο εθνικό φαντασιακό ως ένα μπλοκ φιλοευρωπαϊσμού – ή, στην αντίθετη ανάγνωση, ως τυφλή αποδοχή των όρων των δανειστών. Για το πώς σταδιακά ταυτίστηκε με το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας και έτσι διαβάστηκε ως η πολιτική συνέχεια της «εκσυγχρονιστικής Δεξιάς».Πολύ λιγότερη προσοχή έχει δοθεί σε ένα άλλο 40%. Σε αυτό που φαίνεται να έχει απομείνει σήμερα στην ευρύτερη Aριστερά και Kεντροαριστερά. Ας δούμε τα δεδομένα: Ορίζω τον χώρο ως το άθροισμα από το ΠΑΣΟΚ μέχρι τη ριζοσπαστική Αριστερά: ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, και τα κατά καιρούς δορυφορικά σχήματα (ΔΗΜΑΡ το 2012, ΜέΡΑ25 αργότερα). Με αυτόν τον ορισμό, από το 2004 μέχρι την κορύφωση της κρίσης ο χώρος όχι μόνο δεν συρρικνώθηκε, αλλά παρέμεινε εντυπωσιακά σταθερός. Ξεκινώντας από το 50% του 2004, το 2009 είχαμε ήδη αύξηση: το ΠΑΣΟΚ μόνο του πήρε σχεδόν το 44%· προσθέτοντας ΚΚΕ (7,5%) και ΣΥΡΙΖΑ (4,6%), ο χώρος ξεπερνούσε άνετα το μισό του εκλογικού σώματος. Ακόμη και μέσα στις διπλές εκλογές του 2012 και του 2015 –μέσα, δηλαδή, στη βαθύτερη κρίση της Μεταπολίτευσης– το άθροισμα παρέμεινε κοντά στο μισό. Η μεγάλη μεταβολή ήρθε αργότερα – μετά τα μνημόνια. Από το 2019 και μετά, το άθροισμα αρχίζει να υποχωρεί, με κατάληξη γύρω στο 40% το 2023. Σαν η Ελλάδα να μετακινήθηκε από μια χώρα «40%-60%» σε μια χώρα «60%-40%».

Για να μεγαλώσει αυτό το 40% θα πρέπει τα κόμματα που απαρτίζουν τον συγκεκριμένο χώρο να κάνουν κάποια πράγματα – να κινητοποιήσουν ψηφοφόρους που είτε δεν ψήφιζαν στο παρελθόν είτε πήγαν στα δεξιά, κατά βάσιν στη Ν.Δ. Oπως και αν έχει, η επιτυχία εξαρτάται από ένα προαπαιτούμενο: το κατά πόσον τα κόμματα της Aριστεράς ψαρεύουν από την ίδια δεξαμενή. Αν την ίδια στιγμή που η συνολική πίτα μικραίνει, τα δύο μεγαλύτερα σχήματα διεκδικούν τους ίδιους ψηφοφόρους, τότε η μεταξύ τους κίνηση γίνεται παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος.

Η σημερινή συζήτηση με επίκεντρο τον πρωθυπουργό δίνει την εντύπωση πως η ταύτιση των κομμάτων που θα ηγηθούν της Aριστεράς είναι μεγάλη. Αναφέρομαι στο ΠΑΣΟΚ και στο κόμμα Τσίπρα. Το κόμμα Καρυστιανού φαίνεται να τοποθετείται στο ευρύτερο αντισυστημικό μπλοκ χωρίς καμία τάση αυτοπροσδιορισμού στα αριστερά ή τα δεξιά. Οι επιλογές που έχουν γίνει και οι απόψεις που έχουν διατυπωθεί δείχνουν να το κατατάσσουν περισσότερο στην αντισυστημική Δεξιά. Aρα ο όποιος ανταγωνισμός με τα αριστερά κόμματα θα γίνει μόνο με την Πλεύση Ελευθερίας.

Εκεί όπου θα κριθεί, πάντως, η συνολική απόδοση της Κεντροαριστεράς, και συνακόλουθα προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα, είναι στα ποσοστά ΠΑΣΟΚ και κόμματος Τσίπρα. Και εδώ φαίνεται πως υπάρχει επικάλυψη. Για να δούμε κατά πόσον μεγάλη είναι, όμως, θα πρέπει να δούμε τις μεγάλες διαιρετικές τομές γύρω από τις οποίες οργανώθηκε η πολιτική ζωή την τελευταία δεκαετία. Ας πάρουμε δύο πολιτικά ζητήματα που μας ταλαιπώρησαν την τελευταία δεκαετία ως παραδείγματα αυτών των αξόνων – τα μνημόνια από τη μία και τη Συμφωνία των Πρεσπών από την άλλη. Με αυτά τα δύο παραδείγματα, ας κάνουμε κάτι απλουστευτικό, που όμως αρέσει στους πολιτικούς επιστήμονες – έναν πίνακα 2×2. Αν τα συγκεκριμένα παραδείγματα δεν πείθουν, η ίδια άσκηση μπορεί να επαναληφθεί με άλλα – αρκεί να κρατάει τις δύο διαστάσεις.

Πού θα έμπαιναν το ΠΑΣΟΚ και το κόμμα Τσίπρα σε αυτές τις δύο διαστάσεις; Oσο κι αν βρίσκονται κοντά, θεωρώ πως υπάρχει διαφοροποίηση. Το ΠΑΣΟΚ θα ήταν αναμφίβολα υπέρ των μνημονίων, αλλά μόνο με ερωτηματικό υπέρ των Πρεσπών. Αντιστρόφως, το κόμμα Τσίπρα θα ήταν υπέρ των Πρεσπών, αλλά μόνο με ερωτηματικό υπέρ των μνημονίων. Με άλλα λόγια, το καθένα απευθύνεται σε ψηφοφόρους που το άλλο δυσκολεύεται να αγγίξει. Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να μιλήσει σε έναν κεντρώο, φιλοθεσμικό ψηφοφόρο που δεν εμπιστεύεται την Αριστερά στην οικονομία· το κόμμα Τσίπρα σε έναν νεότερο, προοδευτικό, αναδιανεμητικό ψηφοφόρο που το ΠΑΣΟΚ δύσκολα συγκινεί. Αυτή η συμπληρωματικότητα δημιουργεί κίνητρα όχι στο πεδίο του κομματικού ανταγωνισμού, αλλά και ως προς στρατηγικές συνεργασίας.

*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT