Η συζήτηση γύρω από το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα αντιμετωπίζεται συνήθως με όρους αναδιάταξης της Kεντροαριστεράς. Το ουσιαστικότερο ερώτημα, όμως, είναι διαφορετικό: αν, δηλαδή, εκφράζει τη βούληση για μια βαθύτερη μεταβολή στο συλλογικό φαντασιακό της ελληνικής κοινωνίας, μετά την εξάντληση του μακρού κύκλου που εγκαινιάστηκε με τη Μεταπολίτευση.
Η κρίση της δεκαετίας του 2010 δεν κατέστρεψε μόνο κόμματα, βεβαιότητες και κοινωνικά συμβόλαια. Διέλυσε, επίσης, προσδοκίες για το μέλλον. Η μεταπολιτευτική Ελλάδα οργανώθηκε γύρω από μια γραμμική αντίληψη του ιστορικού χρόνου: εκδημοκρατισμός, ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ανάπτυξη, σύγκλιση με τη Δύση. Η αφήγηση αυτή έδωσε νόημα στις πολιτικές συγκρούσεις, στις κοινωνικές διεκδικήσεις και στις προσδοκίες διαδοχικών γενεών. Και η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε, κατά παράδοξο τρόπο, η τελευταία μεγάλη πολιτική κινητοποίηση που προκάλεσε αυτή η αφήγηση. Ακόμη κι αν εμφανίστηκε αρχικά ως άρνησή της. Το δημοψήφισμα του 2015 συμπύκνωσε μια βαθύτερη αντίφαση της ελληνικής κοινωνίας: επιθυμία ταυτόχρονα για ρήξη και συνέχεια, για αξιοπρέπεια και ευρωπαϊκή ένταξη, για διαμαρτυρία αλλά και κανονικότητα. Η κατάληξη εκείνης της σύγκρουσης σήμανε και το τέλος μιας ιστορικής προσδοκίας.
Από αυτήν την άποψη, το υπό ίδρυσιν κόμμα δεν θα κριθεί τόσο από την ιδεολογική του τοποθέτηση, όσο από το αν μπορεί να δείξει έναν νέο ιστορικό ορίζοντα. Γιατί η ελληνική κοινωνία μοιάζει σήμερα να αιωρείται ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές χρονικότητες: στην κόπωση και τον κυνισμό απέναντι στην πολιτική, στην αγωνία που προκαλούν οι γεωπολιτικές και τεχνολογικές ανακατατάξεις και σε μια διάχυτη αλλά ισχυρή ανάγκη για συλλογικό νόημα. Πού θα στραφεί;
Ας τοποθετήσουμε το νέο εγχείρημα σε ιστορική προοπτική. Από τον 19ο αιώνα έως σήμερα, τα ελληνικά πολιτικά κινήματα αποκτούσαν δυναμική όταν κατόρθωναν να συνδέσουν τις καθημερινές εμπειρίες με μια ευρύτερη ιστορική κατεύθυνση. Ο βενιζελισμός συνέδεσε τον εκσυγχρονισμό με την εθνική επέκταση. Το μεταπολεμικό Κέντρο συνέδεσε τη δημοκρατία με την ανάπτυξη και την ευρωπαϊκή προοπτική. Το ΠΑΣΟΚ μετέτρεψε την κοινωνική κινητικότητα σε γλώσσα αναγνώρισης και συμμετοχής. Ακόμη και οι αυθόρμητες κινητοποιήσεις αποκτούσαν λαϊκό έρεισμα όταν επένδυαν τη διαμαρτυρία με την ιστορική φαντασία. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Τσίπρας μπορεί να «επιστρέψει». Είναι αν μπορεί να μεταβολίσει τη μελαγχολία των χρόνων της κρίσης, από την οποία ακόμη δεν έχει ξεφύγει η ελληνική κοινωνία, σε μια νέα πολιτισμική γραμματική του συλλογικού βίου.
Τι θα περίμενε, άραγε, η κοινωνία από ένα τέτοιο εγχείρημα;
Πρώτον, μια νέα σχέση ανάμεσα στο έθνος και στην Ευρώπη. Οχι το παλιό δίλημμα «ευρωπαϊσμός ή ευρωσκεπτικισμός», αλλά έναν τρόπο ύπαρξης μέσα στην Ευρώπη χωρίς αίσθημα πολιτισμικής κατωτερότητας ή πολιτικής αορατότητας. Οι κοινωνίες της περιφέρειας ταλαντεύονται διαρκώς ανάμεσα στη μίμηση και στη διεκδίκηση της ιδιαιτερότητάς τους. Η Ελλάδα έζησε αυτήν την ταλάντωση με ιδιαίτερη ένταση. Και ίσως σήμερα χρειάζεται μια νέα ισορροπία: ούτε αμυντικός επαρχιωτισμός ούτε άκριτος ευρωπαϊσμός.
Δεύτερον, μια γλώσσα ικανή να επανασυνδέσει κατακερματισμένες γενιές και εμπειρίες. Οι γενιές μετά την κρίση δεν μοιράζονται πλέον κοινές εμπειρίες και προσδοκίες. Οι συνταξιούχοι, οι νέοι της επισφάλειας, οι ψηφιακοί νομάδες και όσοι μετανάστευσαν κατοικούν διαφορετικούς ιστορικούς κόσμους. Ενας νέος πολιτικός σχηματισμός δεν θα χρειαζόταν μόνο πρόγραμμα, αλλά και μια συμβολική γλώσσα που να αποκαθιστά την αίσθηση κοινού ιστορικού ορίζοντα.
Τρίτον, έναν νέο ορισμό της προόδου. Το παλιό πρότυπο του εκσυγχρονισμού έχει αποδυναμωθεί διεθνώς. Η τεχνοκρατική ανάπτυξη δεν εμπνέει, δημιουργεί συναισθηματική αισιοδοξία. Η οικολογική αγωνία, η τεχνητή νοημοσύνη, η δημογραφική συρρίκνωση και η γεωπολιτική ανασφάλεια έχουν αλλάξει την ίδια την έννοια του μέλλοντος. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η πρόοδος μπορεί ακόμη να νοηθεί συλλογικά· όχι μόνον ως ατομική στρατηγική επιβίωσης.
Τέλος, μια πολιτική αξιοπρέπειας. Ενας από τους λόγους που ο Τσίπρας διατηρεί ακόμη το συμβολικό του κεφάλαιο είναι γιατί πολλοί τον συνέδεσαν με μια αίσθηση συλλογικής αξιοπρέπειας στα χρόνια της κρίσης. Το βαθύτερο διακύβευμα είναι αν η δημοκρατική πολιτική μπορεί ακόμη να παράγει αίσθηση αναγνώρισης και αξιοπρέπειας, απέναντι στη σημερινή περιφρόνηση του πολίτη, χωρίς να καταφεύγει στον εθνικισμό ή στην ηθική πόλωση.
Ισως, τελικά, η προσδοκία γύρω από την πρωτοβουλία του Τσίπρα να μην αφορά την επιστροφή ενός ηγέτη, αλλά την αναζήτηση μιας νέας λέξης που να συμπυκνώνει την ιστορική πορεία από το παρελθόν στο μέλλον. Γιατί η ελληνική κοινωνία αισθάνεται ότι μια εποχή τελείωσε, αλλά η επόμενη δεν έχει ακόμη αποκτήσει γλώσσα, σύμβολα και κατεύθυνση. Και σε τέτοιες μεταβατικές περιόδους, τα πολιτικά εγχειρήματα κρίνονται λιγότερο από τα άμεσα αποτελέσματά τους και περισσότερο από την ικανότητά τους να αποκαθιστούν ιστορική νοηματοδότηση – να κάνουν, δηλαδή, το μέλλον ξανά νοητό και να δημιουργήσουν μια επιφυλακτική, έστω, αισιοδοξία.
*Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

