«Ελλάς – Ρωσία, συμμαχία»: το σύνθημα ακούγεται κατά καιρούς σαν ανέκδοτο, σαν κατάλοιπο άλλης εποχής ή σαν ψεκασμένη υπερβολή. Κι όμως, επιστρέφει: άλλοτε μέσα από προφητείες, άλλοτε μέσα από αντιδυτικές φαντασιώσεις, άλλοτε μέσα από την προσδοκία ότι κάπου εκεί, προς Ανατολάς, υπάρχει ένας ισχυρός προστάτης που μας καταλαβαίνει καλύτερα από τη Δύση. Τμήματα της παραδοσιακής Αριστεράς, εθνικιστικοί και συντηρητικοί κύκλοι, θρησκευόμενοι αντιδυτικοί, πρώην αντιμνημονιακοί, οπαδοί ενός «πολυπολικού κόσμου», νοσταλγοί της σοβιετικής ισχύος και θαυμαστές της πουτινικής πυγμής· λίγα ζητήματα κατορθώνουν να ενώσουν ανθρώπους από τόσο διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες όσο αυτό.
Ετσι, από το Αγιον Ορος μέχρι τις θεωρίες συνωμοσίας, και ώς το υπερμέγεθες άγαλμα της βασίλισσας Ολγας στη Θεσσαλονίκη, η Ρωσία δεν υπήρξε ποτέ για την Ελλάδα απλώς μια χώρα, αλλά ένα συγκεκριμένο φαντασιακό – ένας συμβολικός «Αλλος». Η γοητεία αυτή δεν είναι καινούργια ούτε αμιγώς γεωπολιτική, αλλά βαθιά ιστορική – ήδη από την εποχή των Ορλωφικών. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και η πρόσφατη κινηματογραφική αναβίωση του Καποδίστρια διά χειρός Σμαραγδή ξανάφερε στη μόδα αυτό το φθαρμένο υλικό: τον Ελληνα κυβερνήτη ως άνθρωπο του τσάρου, τη Ρωσία ως μήτρα ορθόδοξης προστασίας, την Ιστορία ως σκηνικό όπου διπλωματία, πίστη και εθνική ολοκλήρωση μπλέκονται αξεδιάλυτα.
Η ελληνική σχέση με τη Ρωσία είναι όμως και διάσπαρτη με αντιφάσεις. Για κάποιους, παραμένει η μεγάλη ορθόδοξη δύναμη – μια πολιτισμική συγγένεια που ανάγεται στις παλιές προσδοκίες και δοξασίες περί «ξανθού γένους». Για την Αριστερά υπήρξε για δεκαετίες το αντίβαρο στην αμερικανική επιρροή, η οποία είχε συνδεθεί με τον Εμφύλιο, τη στήριξη της Δεξιάς και αργότερα τη χούντα. Αντί να εξαφανίσει αυτό το φαντασιακό, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης το αναδιαμόρφωσε. Η Ρωσία του Πούτιν έπαψε να συμβολίζει έναν σοσιαλιστικό ορίζοντα και έγινε φορέας άλλων επιθυμιών: κρατική ισχύς, παραδοσιακές αξίες, γεωπολιτική αυτονομία, αντίσταση στον φιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό. Για μερίδες της ελληνικής Δεξιάς, από την άλλη, η Μόσχα έγινε πρότυπο «σθεναρής ηγεσίας». Και για πολλούς άλλους, λειτούργησε απλώς ως η δύναμη που «δεν μας κουνάει το δάχτυλο», σε αντίθεση με μια Ευρώπη ταυτισμένη με επιτήρηση, δημοσιονομική πειθαρχία και ηθικολογία.
Το 2015 υπήρξε ίσως η κορυφαία στιγμή αυτής της διακομματικής προβολής. Μέσα στην ασφυξία της διαπραγμάτευσης με τους Ευρωπαίους δανειστές, η ιδέα μιας «ρωσικής λύσης» απέκτησε σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Από τον Παναγιώτη Λαφαζάνη και την αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι πιο συντηρητικούς και εθνικιστικούς κύκλους, ανακυκλωνόταν η προσδοκία ότι η Μόσχα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εναλλακτικό γεωπολιτικό και οικονομικό καταφύγιο. Λίγη σημασία είχε πως κάτι τέτοιο δεν ήταν ρεαλιστικό· αυτό που μετρούσε ήταν η δύναμη της προσδοκίας: η ιδέα ότι υπάρχει πάντα ένας άλλος πόλος που στα δύσκολα θα μας επιτρέψει να αποφύγουμε επώδυνους συμβιβασμούς. Από αυτή την άποψη, ο φιλορωσισμός στην Ελλάδα λειτουργεί συχνά σαν μηχανισμός ψυχικής ανακούφισης.
Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα μπορέσει να κοιτάξει τη Ρωσία λιγότερο μέσα από τα παραμορφωτικά πρίσματα του εαυτού της και περισσότερο μέσα από τις ιστορικές και γεωπολιτικές μετατοπίσεις της εποχής μας.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 θα περίμενε κανείς να λειτουργήσει ως σημείο καμπής. Σε ένα μεγάλο κομμάτι της Ευρώπης, η Μόσχα επαναπροσδιορίστηκε ριζικά: από δύσκολος εταίρος αντιμετωπίστηκε ως επιθετική αναθεωρητική δύναμη που αμφισβητεί τα ίδια τα θεμέλια της ευρωπαϊκής τάξης ασφαλείας. Η Ελλάδα βέβαια καταδίκασε επίσημα την εισβολή και στήριξε έμπρακτα την Ουκρανία. Ωστόσο, στο επίπεδο της δημόσιας συζήτησης, η εικόνα παρέμεινε πιο σύνθετη, ή, ίσως, πιο αμφίθυμη. Αντί για μια ουσιαστική συζήτηση γύρω από το τι σημαίνει ένας αναθεωρητικός πόλεμος στην Ευρώπη, τι συνεπάγεται για τις μικρές χώρες ή πώς αλλάζει η αρχιτεκτονική ασφάλειας της ηπείρου, συχνά κυριάρχησαν αναγνώσεις του τύπου «φταίει το ΝΑΤΟ», «οι Αμερικανοί προκάλεσαν τη Ρωσία», «δεν είναι δικός μας πόλεμος» κτλ.
Σήμερα βλέπουμε να στήνεται ξανά ένα γνώριμο παζλ: θρησκευτικοί συμβολισμοί, αντιευρωπαϊκή δυσφορία, διαδικτυακή συνωμοσιολογία, λαϊκιστική οργή, αντισυστημική ρητορική, αλλά και ξεκάθαροι πολιτικοί υπολογισμοί, που μεταφράζονται ξεκάθαρα στο κόμμα Καρυστιανού. Δεν χρειάζεται να πιστεύει κανείς σε ένα ενιαίο «ρωσικό κόμμα», όπως το 1830, για να δει ότι υπάρχει μια ευρεία ρωσόφιλη διάθεση, δαιδαλώδης και εσωτερικά αντιφατική. Η ισχύς της δεν βρίσκεται μόνο σε οργανωμένα δίκτυα ή κέντρα επιρροής, αλλά και στο γεγονός ότι πατά πάνω σε όλα τα παραπάνω: τον αντιδυτικισμό, την ορθόδοξη ιδιαιτερότητα, την αίσθηση ιστορικής αδικίας, την ανάγκη εξωτερικού προστάτη.
Το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να «αγαπά» ή να «μισεί» τη Ρωσία. Είναι αν θα μπορέσει να την κοιτάξει λιγότερο μέσα από τα παραμορφωτικά πρίσματα του εαυτού της και περισσότερο μέσα από τις ιστορικές και γεωπολιτικές μετατοπίσεις της εποχής μας. Διότι η ανασυγκρότηση ενός ετερογενούς ρωσόφιλου κοινού μέσα από θρησκευτικούς συμβολισμούς, αντισυστημική οργή και νέες πολιτικές εκφράσεις στη σημερινή συγκυρία, δεν αφορά απλώς μια εξωτερική δύναμη. Αφορά το πώς νοηματοδοτούμε τη θέση της χώρας στον κόσμο και το αν θα επιστρέφουμε με την ίδια ευκολία στο βολικό ρωσικό φαντασιακό κάθε φορά που η πραγματικότητα γίνεται πιο απαιτητική.
*Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι αναπληρωτής καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.

