Σε αντίθεση με το τι ξέρουμε σήμερα, το ποδόσφαιρο, όταν γεννιόταν ουσιαστικά στα μέσα του 19ου αιώνα στην Αγγλία, ήταν υπόθεση λίγων και εκλεκτών. Φοιτητές του λεγόμενου «Οξπριτζ» (Οξφόρδη-Κέμπριτζ) το ξεκίνησαν λίγο-πολύ. Και κάποιοι αριστοκράτες. Το ποδόσφαιρο ήταν αγώνισμα για λόρδους, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Διατρέχοντας το απολαυστικό βιβλίο του τόσο πολυδιάστατου Ουρουγουανού συγγραφέα Εδουάρδο Γκαλεάνο (1940-2015) «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» (μτφρ. – επίμετρο: Κώστας Αθανασίου, εκδ. Μεταίχμιο), είδαμε ότι στις απαρχές του, όταν η μπάλα παιζόταν κάπου στην άλλη άκρη του γηπέδου, οι Αγγλοι «κύριοι» άναβαν την πίπα τους ή ένα τσιγάρο μέχρι να ξανάρθει το τόπι προς την πλευρά τους. Χώρια ότι το αληθινά παραδοσιακό άθλημα στη χώρα ήταν το ράγκμπι, όχι το ποδόσφαιρο.
Το τελευταίο, όμως, επικράτησε. Εγινε και αυτό κάτι σαν θρησκεία, ένα ακόμα «όπιο των λαών». Οχι τυχαία, ο Γκαλεάνο έχει ένα κεφάλαιο στο βιβλίο με αυτόν ακριβώς τον τίτλο.
«Τι κοινό έχουν το ποδόσφαιρο και ο Θεός;» αναρωτιέται. «Οι πιστοί τούς είναι απόλυτα αφοσιωμένοι και οι διανοούμενοι το αμφισβητούν», αποκρίνεται ο ίδιος. Εύστοχο. Θα προσθέταμε εμείς ότι έχουν κάτι ακόμα κοινό: η λατρεία, η πίστη, δεν εδράζονται σε καμία λογική. Εχει να κάνει με κάτι βαθιά εσωτερικό, που υπερβαίνει λογική και εμπειρία.
Μολονότι το ποδόσφαιρο είναι γεμάτο μετρήσεις (τα περισσότερα γκολ κρίνουν έναν αγώνα και μια ολόκληρη σεζόν κ.ο.κ.), η λατρεία του –και ειδικότερα η λατρεία προς μια ομάδα– υπερβαίνει κάθε λογική. Κατά τον Γκαλεάνο, το ποδόσφαιρο απαξίωσαν (και συνεχίζουν εν πολλοίς να το απαξιώνουν) οι διανοούμενοι, τόσο οι συντηρητικοί όσο και οι προοδευτικοί.
Οι πρώτοι το υποτιμούν, θεωρώντας το «χαμηλό», «της πλέμπας»· οι δεύτεροι το θεωρούν «αναισθητικό της συνείδησης».
Είναι και κάτι ακόμα που υπερβαίνει ιδεολογικά στεγανά: ο σκοτεινός ρόλος που παίζουν οι λεγόμενοι παράγοντες, οι πρόεδροι, τα παρασκήνια, οι ίντριγκες, οι «παράγκες», τα «στησίματα». Κι αν σε προηγμένες χώρες όπως η Αγγλία και η Γερμανία, τέτοια ζητήματα έχουν εκλείψει ή, έστω, μειωθεί δραστικά, στην Ελλάδα το φαινόμενο αντιστέκεται.
Ομολογουμένως έχουν γίνει σοβαρά βήματα βελτίωσης (με τη βοήθεια της τεχνολογίας, βέβαια), αλλά σε σημαντικό βαθμό η ποδοσφαιρική κουλτούρα στην Ελλάδα υπαγορεύεται από αυτό το εκρηκτικό μείγμα βαλκάνιας, ανατολίτικης και μεσογειακής ψυχοσύνθεσης.
Ακόμα και αν οι περίφημοι παράγοντες εξαναγκάστηκαν να «παίξουν μπάλα» με βάση τους στοιχειώδεις κανόνες, δεν τους αφήνουν οι οπαδοί ν’ αγιάσουν: η συνωμοσιολαγνεία στις τάξεις του κόσμου είναι τέτοια που κανείς δεν πιστεύει κανέναν (ακούστε για πέντε λεπτά τηλεφωνικές συνομιλίες αθλητικογράφων με απλούς ακροατές στο ραδιόφωνο και θα καταλάβετε).
Κι ωστόσο, το ποδόσφαιρο λατρεύεται. Και για να του βάλουμε και μια διανοουμενίστικη βούλα, ας παραθέσουμε τη ρήση του Ιταλού μαρξιστή Αντόνιο Γκράμσι (την παραθέτει πρώτος ο Γκαλεάνο), ότι το ποδόσφαιρο «είναι το βασίλειο της ανθρώπινης συντροφικότητας που ασκείται σε ελεύθερο χρόνο».
Ελεύθερο χρόνο, είπατε; Είδος προς εξαφάνιση στις μέρες μας…

