Ο υπουργός Εθνικής Αμύνης δήλωσε πως δεν πιστεύει στο αφήγημα των ήρεμων υδάτων με την Τουρκία. Μια δήλωση καθ’ όλα προβληματική, καθώς η Διακήρυξη των Αθηνών αποτελεί κεντρική πολιτική –και όχι αφήγημα– της κυβέρνησης στην οποία συμμετέχει και ο ίδιος. Οι διαφορές μεταξύ ενός πολιτικού αφηγήματος και μιας πολιτικής έχουν αναπτυχθεί επαρκώς, από τότε που εισήχθη η αδόκιμη λέξη «αφήγημα» στην πολιτική σκηνή. Δυστυχώς σήμερα έχει καθιερωθεί, με αποτέλεσμα να θολώνονται έννοιες, προτάσεις, συμπεριφορές. Εν πάση περιπτώσει, η πολιτική αφορά τη διατύπωση ενός συνεκτικού συνόλου θέσεων οι οποίες διαμορφώνουν την πραγματικότητα. Πολιτική, σε τελική ανάλυση, σημαίνει παρέμβαση.
Ετσι, τα ήρεμα νερά με την Τουρκία, επί τρία χρόνια, προσέφεραν στην πατρίδα μας συγκεκριμένα οφέλη. Οι εντάσεις στο Αιγαίο περιορίστηκαν σημαντικά, τα νησιά και η Βόρεια Ελλάδα πλημμύρισαν από Τούρκους τουρίστες, ενώ όλο αυτό το διάστημα η Ελλάδα συστηματικά βελτίωνε τη διεθνή εικόνα της, με τη βοήθεια και των συγκυριών. Η απέναντι πλευρά, αντιθέτως, επειδή σε κρίσιμα θέματα της ευρύτερης περιοχής έλαβε λάθος θέσεις, είδε τον εθνικό της στόχο για κυριαρχία στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο να απομακρύνεται. Συγχρόνως διαπίστωσε πως η πολιτική των ήρεμων υδάτων λειτούργησε αποκλειστικά προς όφελος της Ελλάδας, η οποία δεν δίστασε –μαζί με την Κύπρο– να θέσει βέτο στη συμμετοχή της Τουρκίας στο αμυντικό χρηματοδοτικό πρόγραμμα SAFE της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Οσο λάθος είχαν αυτοί που υποστήριζαν πως «δεν συνομιλούν με πειρατές», άλλο τόσο λάθος είχαν όσοι προσέδιδαν στη Δια- κήρυξη των Αθηνών στρατηγικό χαρακτήρα.
Ετσι, οι εξ ανατολών γείτονές μας φαίνεται να αποφάσισαν πως η πολιτική των ήρεμων υδάτων δεν τους συμφέρει και θα αναγορεύσουν σε νόμο του κράτους τους το όραμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Τι συμπέρασμα βγαίνει από όλο αυτό το συνολικό σκηνικό; Οσο λάθος είχαν αυτοί που υποστήριζαν πως «δεν συνομιλούν με πειρατές», άλλο τόσο λάθος είχαν όσοι προσέδιδαν στη Διακήρυξη των Αθηνών στρατηγικό χαρακτήρα. Οι πρώτοι, διότι στην εποχή μας οι πάντες συνομιλούν με τους πάντες. Το ζητούμενο είναι αν προβαίνεις σε παραχωρήσεις ή αν τηρείς τη συμφωνημένη εθνική γραμμή. Οι δεύτεροι, διότι αγνοούν πως ο αναθεωρητισμός και ο επεκτατισμός αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά της ίδιας της σύστασης του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Χωρίς αυτά τα δύο καταστατικά χαρακτηριστικά η Τουρκία θα αποσυντεθεί υπό το βάρος των εθνολογικών προβλημάτων της.
Συνεπώς, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα κινούνται διαρκώς μεταξύ περιόδων εντάσεων και υφέσεων. Λύση-πακέτο στα προβλήματα που χωρίζουν τα δύο κράτη είναι αδύνατο να δοθεί, καθώς υπάρχει πλήρης ασυμφωνία στο ποια ακριβώς είναι αυτά τα προβλήματα και ποια τα εργαλεία επίλυσής τους. Επιπλέον, υπάρχει και μια εκατέρωθεν κακοπιστία, η οποία εδράζεται στην Ιστορία, για τις προθέσεις και τις μακροπρόθεσμες βλέψεις της άλλης πλευράς.
Για να πάω στην αφετηρία του άρθρου μου. Ο υπουργός Εθνικής Αμύνης καλό είναι να μας πει, κατά την περίοδο των ήρεμων υδάτων, ποια από τις δύο χώρες βελτίωσε τη διεθνή θέση της.

