«Εχουμε εννιά χρυσές λίρες. Η μία, όμως, είναι κάλπικη, άρα ελαφρύτερη. Πώς θα την εντοπίσουμε ανάμεσα στις άλλες, με μια διπλή ζυγαριά και με τη δυνατότητα να κάνουμε μόνο δύο ζυγίσματα;».
Μαζί με τον καφέ και τις φράουλες («με ελάχιστο θυμαρίσιο μέλι από το νησί, όχι με ζάχαρη, γιατί ξέρω ότι την αποφεύγετε»), σέρβιρε και αυτό το αίνιγμα στις θυγατέρες του που πέρασαν να τον δουν.
Είχε βρει –ξεχασμένη για χρόνια σε ένα από τα ψηλά ράφια της βιβλιοθήκης– τη «Νέα γενική πρακτική αριθμητική» του Σμυρνιωτάκη, στη δερματόδετη έκδοση του 1978. Πρόκειται για το κλασικό εκπαιδευτικό βιβλίο που μύησε στα μαθηματικά πολλές γενιές ελληνόπουλων. Και ο ίδιος ως δάσκαλος το χρησιμοποιούσε επί δεκαετίες στα μαθήματά του. «Ζορίστηκα πολύ, δεν θα πω ψέματα. Σχεδόν δύο ώρες παιδεύτηκα και δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο χάρηκα και ανακουφίστηκα όταν μπόρεσα να βρω τη λύση. Κοντεύω τα ενενήντα, αλλά φαίνεται πως αντέχει ακόμα το μυαλό μου, τελικά. Αντιστέκεται σθεναρά στο γήρας!».
Η λύση ενός «δοκιμασμένου» γρίφου έφερε γέλια και αγκαλιές…
Συχνά στις συζητήσεις με τις κόρες του δεν κρύβει τον φόβο του για τη νόσο από την οποία πάσχουν 1 στα 9 άτομα ηλικίας άνω των 65 και σχεδόν 1 στα 3 άνω των 85 ετών: το Αλτσχάιμερ. Την τρέμει όχι μόνο για την απώλεια μνήμης που τη συνοδεύει, αλλά και για το διαρκές, βασανιστικό συναίσθημα ανασφάλειας που προκαλείται όταν το οικείο γίνεται ξένο και το άγνωστο απειλητικό, και για τον πόνο που συνεπάγεται για τους φροντιστές του ασθενούς.
Κάνει όλα όσα πιστεύει ότι θα κρατήσουν μακριά τον εφιάλτη: τρώει υγιεινά, περπατά καθημερινά, διαβάζει, λύνει μαθηματικούς γρίφους. «Για να μη βασανιστώ στα τελευταία μου και βασανίσω και εσάς», τους λέει κι εκείνες τον μαλώνουν. «Ξυράφι είναι το μυαλό σου, μην ανησυχείς. Θα μας πεις τώρα πώς βρίσκουμε την κάλπικη λίρα;».
Χαμογελάει. «Μοιράζουμε τις εννιά λίρες σε τρεις τριάδες. Ζυγίζουμε τις δύο πρώτες. Αν έχουν ίδιο βάρος, η κάλπικη βρίσκεται στην τρίτη ομάδα. Αν όχι, η ελαφρύτερη περιέχει την ψεύτικη. Από την τριάδα που περιέχει την ύποπτη λίρα, παίρνουμε τυχαία δύο λίρες και τις ζυγίζουμε. Αν είναι ισοβαρείς, η τελευταία, αυτή που έχει μείνει εκτός ζυγαριάς, είναι εκείνη που ψάχνουμε. Αν όχι, η ζυγαριά θα προδώσει και πάλι την ελαφρύτερη. Απλό δεν ήταν; Να σας φέρω μερικές ακόμα φράουλες;» Και το πρωινό γέμισε με γέλια και αγκαλιές…

