Το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου για την κατάσταση της χώρας είναι πραγματικά θλιβερό, όπως κατά καιρούς διαπιστώνουν πολλοί δημοσιολογούντες. Αν, βέβαια, παρακολουθήσει κάποιος τη δημόσια συζήτηση και στην υπόλοιπη Ευρώπη, θα αντιληφθεί ότι ακόμη και μεγάλες χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία είναι «αργοκίνητα» καράβια, που αδυνατούν να προσαρμοστούν στο νέο διεθνές περιβάλλον. Δεν είναι λίγο να διαπιστώνεις ως Ευρωπαίος –ειδικά της γενιάς του ’60– ήδη ένα τέταρτο «μέσα» στον 21ο αιώνα, πως ό,τι γνώριζες για το παρελθόν σου ανήκει, στην καλύτερη περίπτωση, στις σελίδες της σύγχρονης Ιστορίας.
Η Ελλάδα ήταν, όμως, πάντα μια εντελώς διαφορετική υπόθεση. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η ίδια η συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα είχε στον πυρήνα της την προσθήκη περισσότερων εργαλείων διασφάλισης της εδαφικής ακεραιότητάς της έναντι του αναθεωρητικού γείτονα, της Τουρκίας. Για πολλές δεκαετίες, οι σώφρονες και σκεπτόμενοι κάτοικοι της Τουρκίας θεωρούσαν την Ελλάδα ως ένα μοντέλο μιας χώρας που ξέφυγε από τη βαλκανική μοίρα της και κατόρθωσε να βρίσκεται συχνά σε θέσεις οι οποίες δεν δικαιολογούνταν από το μέγεθός της.
Ηδη πριν από τη χρεοκοπία του 2010, η σχέση αυτή είχε αρχίσει να αντιστρέφεται. Η χρεοκοπία σίγουρα επιδείνωσε έτι περαιτέρω τις προοπτικές της χώρας και οδήγησε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της σε αιματηρές θυσίες, είτε λόγω της απώλειας περιουσιών είτε λόγω της μετανάστευσης των πιο ταλαντούχων και εργατικών Ελλήνων έξω από τη χώρα. Σε αυτά τα χρόνια η Τουρκία, με τρόπους που έχουν αναλυθεί διεξοδικά, κατόρθωσε να περάσει σε άλλη πίστα.
Και δεν θα μας ενδιέφερε, φυσικά, αν αυτή η αυξανόμενη αυτοπεποίθηση της Τουρκίας δεν οδηγούσε στην αίσθηση σε ολοένα και περισσότερους στην Αγκυρα πως η Ελλάδα –στην καλύτερη περίπτωση– οφείλει να είναι ένα κράτος με χαρακτηριστικά δορυφόρου. Το πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα, εκ των πραγμάτων διαχρονικά μικρότερη σε όλους τους βασικούς δείκτες, δεν έχει πια χαρακτηριστικά ευελιξίας. Η Τουρκία διεξάγει επιχειρήσεις επηρεασμού της κοινής γνώμης με σύγχρονα μέσα και όχι την προ πολλού ξεπερασμένη επιρροή των ΜΜΕ, προσελκύει σχετικά εύκολα την προσοχή των εταίρων της Ελλάδας, αξιοποιώντας τη στοχευμένη αμυντική βιομηχανική παραγωγή της, κάνει δουλειά «μυρμηγκιού» ανά την υφήλιο ακόμη και σε χώρες για τις οποίες στην Ελλάδα δεν υπάρχει παραμικρή γνώση. Στην Ελλάδα «ιδρώνουμε» στη σκέψη ότι η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού μπορεί φέτος να αποτύχει. Και παρότι ο κάβουρας περπατάει στραβά, οι λογής ελίτ μας θεωρούν ότι πηγαίνει ευθεία. Και κάπως έτσι μένουμε πίσω. Πολύ πίσω.

