Ασκήθηκε κριτική στον Κυριάκο Μητσοτάκη διότι στο συνέδριο της Νέας ∆ημοκρατίας επανέλαβε προσωποποιημένο το γνωστό δίλημμα διακυβέρνησης. Από τη μια πλευρά ο ίδιος, από την άλλη οι πολιτικοί του αντίπαλοι, ο καθένας ξεχωριστά. Είναι αλήθεια ότι στην πολιτική ο κάθε ηγέτης θέτει τα διλήμματά του και οι πολίτες τοποθετούνται. Πολλές φορές τα προσπερνούν, καθώς δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικά προβλήματα, αλλά υπηρετούν κομματικές και προσωπικές σκοπιμότητες.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το ερώτημα είναι αν το δίλημμα που έθεσε ο πρωθυπουργός έχει βάση και αν θα αποτελέσει ουσιαστικό στοιχείο της προεκλογικής εκστρατείας. Είναι αυτονόητο νομίζω πως σε ένα πολιτικό σύστημα διαρθρωμένο, εκ του Συντάγματος, γύρω από τον πρωθυπουργό, το πρόσωπό του να επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την ψήφο των πολιτών. Αρα, θεσμικά, το δίλημμα που έθεσε ο Κυρ. Μητσοτάκης είναι υπαρκτό. Πολιτικά τον συμφέρει να το θέτει, καθώς σε όλες τις δημοσκοπήσεις υπερέχει συντριπτικά των αντιπάλων του. Μάλιστα, όλοι μαζί δεν αθροίζουν το δικό του ποσοστό δημοτικότητας. Επιπλέον, με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα, τα οποία δύσκολα θα ανατραπούν, το δίλημμα για την πρωθυπουργία δεν μπορεί να είναι Ανδρουλάκης ή Τσίπρας. Σαφώς στον έναν πόλο θα είναι ο πρωθυπουργός.
Στην Ελλάδα, σχεδόν πάντα, η πολιτική ήταν αρθρωμένη γύρω από μια ηγετική – χαρισματική προσωπικότητα με την οποία ήθελαν να ταυτιστούν όσοι την πίστευαν και την ακολουθούσαν.
Αλλης τάξεως ζήτημα είναι αν το πρόσωπο του πρωθυπουργού θα αποτελέσει το βασικότερο κριτήριο για την ψήφο των πολιτών στις επόμενες εκλογές. Στην Ελλάδα, σχεδόν πάντα, η πολιτική ήταν αρθρωμένη γύρω από μια ηγετική – χαρισματική προσωπικότητα με την οποία ήθελαν να ταυτιστούν όσοι την πίστευαν και την ακολουθούσαν. Ακόμα και στις περιπτώσεις που αυτά τα χαρακτηριστικά δεν ήταν τόσο έντονα, το κύρος και η αποτελεσματικότητα μετρούσαν στη συμπεριφορά των ψηφοφόρων.
Και η Αριστερά, μια παράταξη που από το 1957 και μετά είχε συλλογική ηγεσία, μπόρεσε και έγινε κυβερνώσα όταν ανέδειξε ένα πρόσωπο το οποίο εξέφρασε το κλίμα της αγανάκτησης της μνημονιακής περιόδου. Ο Αλέξης Τσίπρας ήταν μια χαρισματική προσωπικότητα για τον χώρο που εκπροσωπούσε και το σημερινό του στοίχημα είναι αν θα επιβεβαιώσει αυτό το χάρισμά του. Σε παρόμοιο στοίχημα ποντάρει και η Μαρία Καρυστιανού. Στο κατά πόσον η μεγάλη αποδοχή που γνώρισε ως πενθούσα μητέρα, θα μετατραπεί σε πολιτική στήριξη του κόμματός της.
Συνεπώς, ο Κυρ. Μητσοτάκης, με βάση όλα τα ιστορικά προηγούμενα, αλλά και τις μετρήσεις που τον αναδεικνύουν στο ισχυρό χαρτί της παράταξής του, έχει κάθε λόγο να θέτει το δίλημμα της πρωθυπουργίας με τον κάθε πολιτικό αντίπαλό του ξεχωριστά. Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί ο Νίκος Ανδρουλάκης, που φιλοδοξεί να νικήσει έστω με μια ψήφο τον πρωθυπουργό, απορρίπτει την πολιτική βάση του διλήμματος, το οποίο αποτελεί συγχρόνως και μια πρόκληση προς το πρόσωπό του, όπως και προς το πρόσωπο του Αλ. Τσίπρα. Στο κάτω κάτω, στο πρόσωπο ενός πρωθυπουργού συμπυκνώνονται τα πεπραγμένα της παράταξής του.

