Διαβάζοντας τον σπουδαίο Ουρουγουανό συγγραφέα Εδουάρδο Γκαλεάνο (1940-2015) στο υπέροχο «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» (μτφρ. – επίμετρο: Κώστας Αθανασίου, εκδ. Μεταίχμιο) επιμορφώνεσαι.
Με το βιβλίο τού Γκαλεάνο η στήλη ασχολήθηκε λίγο την προηγούμενη εβδομάδα και θα το κάνει περισσότερο τώρα. Και αυτό όχι επειδή ολοκληρώθηκε το ελληνικό πρωτάθλημα φέτος, όσο επειδή το φετινό καλοκαίρι θα έχει Μουντιάλ. Και το βιβλίο του Γκαλεάνο είναι μια άτυπη, αποσπασματική, αλλά και πολύ ζωντανή αφήγηση της ιστορίας των Μουντιάλ έως και το 2014. (Ηλπιζα να σχολίαζε το μνημειώδες Βραζιλία – Γερμανία 1-7, που συνέβη σε εκείνο το Μουντιάλ, αλλά δυστυχώς δεν…).
Ωστόσο, ξεκινά αναλύοντας βασικές έννοιες του ποδοσφαίρου, σχολιάζοντας και αφηγούμενος πτυχές που δεν είναι πολύ γνωστές ούτε στους πιστούς ποδοσφαιρόφιλους. Για παράδειγμα, γράφει για την μπάλα – τον απόλυτο πρωταγωνιστή ενός αγώνα (χωρίς μπάλα δεν υπάρχει αγώνας ως γνωστόν): δεν γνώριζα ότι η μπάλα από λάστιχο, «που τη φούσκωναν και την κάλυπταν με δέρμα, γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, χάρη στην ευρηματικότητα του Τσαρλς Γκούντγιαρ, ενός Αμερικανού από το Κονέκτικατ».
Το όνομα Γκούντγιαρ είναι, βέβαια, πασίγνωστο (γνωρίζουμε τα ονομαστά ελαστικά του μέσα από την αναγκαστική συνάφεια με συνεργεία αυτοκινήτων…) αλλά τι ειρωνεία, το κατεξοχήν αγγλικό σπορ να έχει στο ιστορικό του ένα αμερικανικό όνομα.
Εδώ ο Γκαλεάνο θα με μάλωνε: «Κατεξοχήν αγγλικό σπορ;». Στο βιβλίο του, και λόγω καταγωγής, δεσπόζουν οι ιστορίες και οι μορφές του λατινοαμερικανικού ποδοσφαίρου. Σύμφωνοι, ναι. Αλλά ας μας επιτραπεί, μέσα στην ασημαντότητά μας κι εμείς, να λοξοκοιτάμε προς τη Γηραιά Αλβιώνα…
Οι Λατινοαμερικανοί πάντως έπαιξαν ρόλο στην κατοπινή διαμόρφωση της μπάλας: τρεις Αργεντίνοι από την Κόρδοβα, μας μαθαίνει ο Γκαλεάνο, οι Τοσολίνι, Βαλμπονέζι και Πόλο, έφτιαξαν την πρώτη μπάλα χωρίς ραφές. Οι ίδιοι «επινόησαν τον αεροθάλαμο (σαμπρέλα) με βαλβίδα ασφαλείας, τον οποίο γέμιζαν αέρα με αντλία, κι έτσι από το Μουντιάλ του ’38 οι παίκτες δεν έγδερναν πια το κεφάλι τους».
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, που ο γράφων έχει αναμνήσεις, ποδοσφαιρικές και άλλες, η μπάλα είναι (κυρίως) λευκή με αρκετό μαύρο. Ο Γκαλεάνο μάς θυμίζει ότι το ’40 και το ’50 ήταν καφέ.
Οποιο κι αν είναι το χρώμα, είναι θεά. Κι όπως κάθε θεά, έχει τους πιστούς της. Ο Γκαλεάνο μας λέει ότι στον τελικό του Μουντιάλ του ’30 οι δύο ομάδες επέμεναν να παίξουν με τη δική τους μπάλα. «Ο κριτής, σαν τον σοφό Σολομώντα, αποφάσισε ότι στο πρώτο ημίχρονο θα έπαιζαν με την μπάλα της Αργεντινής και στο δεύτερο με την μπάλα της Ουρουγουάης».
Η μπάλα λατρεύεται σαν θεά. «Ο Πελέ τη φίλησε στο Μαρακανά, όταν έβαλε το χιλιοστό του γκολ, και ο Ντι Στέφανο της έστησε μνημείο στην είσοδο του σπιτιού του, μια μπρούντζινη μπάλα με την επιγραφή “Σ’ ευχαριστώ, παλιοκόριτσο”».

