Τα επαναλαμβανόμενα προβλήματα λειτουργίας του κράτους δικαίου σε πολλές σύγχρονες δημοκρατίες, μεταξύ αυτών και στη δική μας, είναι αξιοσημείωτα, αλλά έχουν επισκιάσει άλλα, διαρκέστερα και πιθανόν οξύτερα. Μεταξύ αυτών είναι οι επικαλυπτόμενες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Δεν αποτυπώνονται έτσι, με αυτές τις λέξεις, στις δημοσκοπήσεις με θέμα ποια προβλήματα απασχολούν τους Ελληνες σήμερα (Μάιος 2026). Κυρίως τους απασχολούν η ακρίβεια και ο πληθωρισμός, η οικονομική ανασφάλεια, η πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες υγείας. Τα προβλήματα του κράτους δικαίου, παρότι πολύ επίκαιρα και βαριά, έπονται ως τέταρτα σημαντικότερα στην κατάταξη που συνήθως κάνουν οι ερωτώμενοι πολίτες. Αυτό είναι αναμενόμενο, αφενός λόγω του τρέχοντος πληθωρισμού των τιμών στα τρόφιμα και στα ενοίκια, αφετέρου λόγω των συγκρίσεων που τα μέλη κάθε εισοδηματικής κατηγορίας πάντοτε, ακόμη και σε εποχές σχετικής ευμάρειας, κάνουν με τα μέλη των αμέσως πλουσιότερων εισοδηματικών κατηγοριών. Οπότε, οι υποκρυπτόμενες ανισότητες ίσως δεν αποτυπώνονται στη δημόσια σφαίρα, αλλά βιώνονται υποκειμενικά και μάλιστα διαρκώς.
Εξίσου διαρκείς είναι και οι αντικειμενικά μετρήσιμες τάσεις ανισοτήτων, και μάλιστα ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά, ο ΣΥΡΙΖΑ ή η Ν.Δ. Η τιμή του δείκτη εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα (συντελεστής Gini: κλίμακα 0.00 -100.0) το 2014 ήταν στο 34,5 και το 2016 στο 34,3, για να πέσει στο 31,0 το 2019, να ανέλθει στο 32,4 το 2021 και να μειωθεί διαδοχικά στο 31,8 το 2023 και στο 31,6 το 2025 (μ.ό. της Ευρωπαϊκής Ενωσης: 29.2 το 2025. Στοιχεία Eurostat). Υπάρχει, δηλαδή, ελαφρά βελτίωση του δείκτη την τελευταία δεκαετία, αλλά η κατανομή εισοδήματος παραμένει από τις πιο άνισες στην Ευρώπη. Και τούτο ακόμη και αν δεν συνυπολογιστεί η ακραία και διαρκής φοροδιαφυγή, η οποία εισάγει την πρόσθετη ανισότητα μεταξύ των μισθωτών, που δεν μπορούν να φοροδιαφύγουν, και όλων των υπόλοιπων. Η εισοδηματική ανισότητα και η ανισότητα ευκαιριών φοροδιαφυγής ασφαλώς επικαλύπτονται.
H εισοδηματική ανισότητα συσχετίζεται με την ανισότητα πλούτου (ακίνητα και κινητά αγαθά), αλλά η δεύτερη δεν είναι τόσο εκτεταμένη. Το 2014 το πλουσιότερο 10% των Ελλήνων κατείχε το 42% του συνολικού πλούτου, ποσοστό που ήταν ίδιο και το 2021 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, Eurofound). Παρότι υψηλό ποσοστό, αυτό το 42% είναι χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό σε χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης. Για παράδειγμα, το πλουσιότερο 10% των Γερμανών και των Ισπανών κατέχουν το 56% του συνολικού πλούτου στη χώρα τους. Μέρος της συγκριτικά καλύτερης ελληνικής επίδοσης εξηγείται από την παράδοση της ιδιοκατοίκησης: άνω του 70% των Ελλήνων κατοικούν σε δικό τους σπίτι.
Οι τρόποι, όμως, που είναι συγκροτημένα τα ελληνικά συστήματα δημόσιας εκπαίδευσης και υγείας δημιουργούν πρόσθετες, αλληλοτροφοδοτούμενες, ανισότητες. Σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στη δημόσια πανεπιστημιακή εκπαίδευση, για δημογραφικούς λόγους, σταδιακά οι νεότερες γενιές είναι αριθμητικά μικρές σε σύγκριση με το παρελθόν και οι αριθμοί των τελειόφοιτων των λυκείων ανά έτος τείνουν να εξισωθούν με τις διαθέσιμες θέσεις πρωτοετών φοιτητών συνολικά στα ΑΕΙ. Σημαίνει, άραγε, αυτό αύξηση των ευκαιριών φοίτησης στα πανεπιστήμια; Οχι, αναγκαστικά. Ως γνωστόν, το κόστος ενοικίασης σπιτιού και διαβίωσης σε πολλές ελληνικές πόλεις, μακριά από τον τόπο καταγωγής του πρωτοετούς φοιτητή, είναι απαγορευτικό για τις οικογένειες μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων, δηλαδή για τις περισσότερες. Αυτό ήταν πάντοτε πρόβλημα, αλλά πλέον έχει οξυνθεί και θα χειροτερεύσει όσο η πολιτεία προτιμά να ιδρύει νέα πανεπιστημιακά τμήματα αντί να κτίζει νέες φοιτητικές εστίες στα περιφερειακά ΑΕΙ.
Οποια οικογένεια δεν έχει αρκετά υψηλό εισόδημα και πλούτο δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει τις σπουδές των παιδιών της σε άλλη πόλη, ούτε να έχει ποιοτική περίθαλψη.
Ταυτόχρονα στην Ελλάδα συγκριτικά υψηλό ποσοστό του κόστους υγειονομικής περίθαλψης δεν καλύπτεται από τις ασφαλιστικές εισφορές, αλλά από άμεσες πληρωμές (από την τσέπη του ασθενούς). Ανω του 30% των συνολικών τρεχουσών δαπανών για υγεία στη χώρα μας προέρχεται από άμεσες πληρωμές, όπως συμβαίνει και στις περισσότερες χώρες της Ανατολικής (όχι όμως της Δυτικής) Ευρώπης (μελέτη των Μιχάλη Χλέτσου και Χαράλαμπου Ι. Οικονόμου για τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, 2025). Για το φτωχότερο 20% του ελληνικού πληθυσμού, τέτοιες πληρωμές οδηγούν στις λεγόμενες «καταστροφικές δαπάνες για περίθαλψη». Δηλαδή, δαπάνες για θέματα υγείας τόσο υψηλές, ώστε ο ασθενής να χρειάζεται να περικόψει τις δαπάνες του για φαγητό, στέγη ή εκπαίδευση.
Είναι προφανές ότι οι παραπάνω ανισότητες σχετίζονται με την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική και θα έπρεπε να έρθουν στο προσκήνιο (Μάνος Ματσαγγάνης, «Η Καθημερινή», 31/8/2025). Είναι ανισότητες αλληλοκαλυπτόμενες. Οποια οικογένεια δεν έχει αρκετά υψηλό εισόδημα και πλούτο δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει τις σπουδές των παιδιών της σε άλλη πόλη, ούτε να απολαύσει ποιοτική περίθαλψη. Αναμφίβολα, πρόκειται για ανισότητες υπαρκτές και γνωστές εδώ και δεκαετίες. Οπως και κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η πολύμηνη προεκλογική εκστρατεία, που ήδη ξεκίνησε, δεν πρόκειται να επικεντρωθεί στις ανισότητες που τροφοδοτούν η μία την άλλη.
*Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης.

