Δεν ξέρω αν ο κ. Τραμπ ζήτησε από τους συνεργάτες του να οργανώσουν επειγόντως συνάντηση μ’ αυτόν τον κ. Θουκυδίδη, τον οποίον ανέφερε ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ. Υποθέτω ότι κάποιος απ’ αυτούς θα του είπε ότι δυστυχώς ο άνθρωπος δεν βρίσκεται εν ζωή εδώ και κάτι αιώνες και μάλιστα είναι άγνωστο πού βρίσκεται το μνήμα του. Κάπου στην Ελλάδα πάντως. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο αρχαίος ιστορικός εμπλέκεται στις υποθέσεις του σύγχρονου κόσμου. Τον είχε αναφέρει και ο σύμβουλος του κ. Μπους του νεότερου, ο κ. Γούλφοβιτς αν δεν κάνω λάθος, όταν ξεκινώντας τον δεύτερο πόλεμο στο Ιράκ είχε πει ότι πάνε εκεί για να επαναλάβουν το εγχείρημα του Περικλή ο οποίος, οργανώνοντας τη θαλασσοκρατορία του, επέβαλε δημοκρατικά καθεστώτα στα νησιά του Αιγαίου. Οφείλουμε βέβαια να παραδεχθούμε ότι ο πρόεδρος Σι, αναφερόμενος στην παγίδα της υπερδύναμης που αναφέρει ο ιστορικός, είναι πολύ πιο κοντά στο πνεύμα του από τον κ. Γούλφοβιτς ο οποίος, αν και μαθητής του μεγάλου ελληνιστή Λίο Στράους, δεν υπολόγισε τις ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στην αθηναϊκή ηγεμονία που επιβλήθηκε σε ομοεθνείς κοινωνίες και την εξαγωγή της δημοκρατίας σε μια χώρα σαν το Ιράκ, το οποίο αναρωτιέμαι αν ήξερε τι σημαίνει δημοκρατία. Δεν ξέρω πότε αναφέρθηκε για τελευταία φορά ο Θουκυδίδης από Ελληνα πολιτικό. Λέγεται πως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο κανονικός, τον διάβασε στα χρόνια της αυτοεξορίας του στο Παρίσι. Κι αυτός τον βοήθησε να μεταμορφωθεί πολιτικά από την προδικτατορική του παρουσία. Το βέβαιο είναι ότι τον μετέφρασε εξαιρετικά ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πάλι ως εξόριστος στο Παρίσι.
Ολ’ αυτά, ως στοιχεία, γι’ αυτό που κοινότοπα λέμε ότι η αρχαία ελληνική σκέψη παραμένει επίκαιρη, χωρίς καλά καλά να ξέρουμε τι εννοούμε. Οχι για κανέναν άλλον λόγο, αλλά επειδή η αρχαία Ελλάδα δεν είναι πλέον απαραίτητο κεφάλαιο της γενικής παιδείας μας, όπως ήταν ώς το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, αλλά μια υπόθεση που αφορά ως επιστημονικό πεδίο ιστορικούς. Αν και ο Θουκυδίδης δίνει με συγκλονιστικές λεπτομέρειες την πορεία του κλασικού κόσμου της πόλης-κράτους προς την καταστροφή, όπως και ο Πολύβιος περιγράφει την άνοδο μιας μικρής πόλης της Ιταλίας, της Ρώμης, σε κυρίαρχο του κόσμου της. Ο διάλογος Αθηναίων και Μηλίων που καταγράφει ο Θουκυδίδης αποτελεί μια πρώτης τάξεως περιγραφή της σχέσης δύναμης και αδυναμίας στις διεθνείς σχέσεις και την απολύτως σχετική αξία του διεθνούς δικαίου. Λέξη προς λέξη μπορούμε να τον μεταφέρουμε σε επεισόδια του δικού μας κόσμου. Κτήμα εσαεί λοιπόν ο Θουκυδίδης, ώς σήμερα τουλάχιστον. Και το κυριότερο, η διάψευση ότι η πρόοδος και η βελτίωση των όρων ζωής ή η εξέλιξη της επιστήμης μπορούν να αλλάξουν την ανθρώπινη φύση. Οπως λέει ο ίδιος, όσα περιγράφει ισχύουν «ἓως ἄν ἡ ἀνθρωπείη φύσις ἡ αὐτή ἦ».
Δύο αιώνες μετά την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους, ακόμη δεν έχουμε βρει έναν τρόπο να διδάσκουμε τον δικό μας πολιτισμό στα παιδιά μας.
Καλά και άξια όλ’ αυτά. Και στο κάτω κάτω δεν λέω τίποτε καινούργιο ούτε πρωτότυπο. Απλώς, δράττομαι της ευκαιρίας για μια ακόμη φορά για να αναρωτηθώ με ποιον τρόπο διδάσκονται αυτά τα κείμενα στο σημερινό σχολείο. Αν δηλαδή τα αντιμετωπίζουν με το ίδιο ενδιαφέρον που έδειξε για ένα επεισόδιο του Θουκυδίδη ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ. Είναι γνωστό το ενδιαφέρον του κινεζικού πολιτισμού για τον ελληνικό, που τον θεωρούν ως τον μόνον άξιο λόγου πολιτισμό της Δύσης. Εκείνο, αντιθέτως, που δεν είναι γνωστό είναι το δικό μας ενδιαφέρον για τον δικό μας πολιτισμό. Χαρακτηριστικό είναι ότι δύο αιώνες μετά την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους, ακόμη δεν έχουμε βρει έναν τρόπο να διδάσκουμε τον δικό μας πολιτισμό στα παιδιά μας. Τον αντιμετωπίζουμε ως εκπαιδευτική υποχρέωση, ένα διατηρητέο μνημείο το οποίο οφείλουμε να σεβόμαστε, χωρίς ακριβώς να ξέρουμε για ποιον λόγο. Θα μου πείτε, ο λόγος είναι προφανής: είμαστε Eλληνες, είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Απόδειξη, ότι ρίγη υπερηφανείας διατρέχουν τη σπονδυλική μας στήλη όποτε κάποιος ξένος αναγνωρίζει την καταγωγή μας. Ως γνήσιοι και έντιμοι επαρχιώτες.
Μπορούμε να προκαλέσουμε στις νέες γενιές την περιέργεια για την αρχαιότητά μας, αυτό το είδος της περιέργειας που οδηγεί στη ζωντανή γνώση; Δύσκολα πράγματα. Θα πρέπει να ξεκινήσουμε αναζητώντας αυτήν την περιέργεια σε όσους είναι επιφορτισμένοι με τη διδασκαλία. Σ’ αυτήν, εκτός από τη ζωντανή επαφή στην τάξη περιλαμβάνονται και τα βιβλία τα οποία, ως επί το πλείστον, είναι γραμμένα για να σε κάνουν να αντιπαθήσεις τη γλώσσα. Πόσο πολύτιμη φαίνεται η Γραμματική του Τζάρτζανου αν τη συγκρίνεις με τη σημερινή ποιότητα των βιβλίων σαν να είναι γραμμένα από τεχνητή νοημοσύνη.
Δεν ξέρω πόσο χρήσιμη θα αποδειχθεί η τεχνητή νοημοσύνη. Εκείνο που ξέρω είναι ότι δεν θα αντιμετωπίσει ποτέ τη φυσική ανοησία. Αυτήν την πολεμάει η κλασική σκέψη εκπαιδεύοντάς σε στην περιέργεια της κατανόησης ενός κόσμου που μπορεί να μην είναι ο δικός μας, αλλά μας δίνει τα εργαλεία για να τον κατανοήσουμε. Δεν χρειάζεται να μας το θυμίζει ο Σι. Μπορούμε και μόνοι μας. Ή μήπως δεν μπορούμε πια;

